Ή αλλιώς η ηθική οικονομία των εικόνων
Αναδημοσίευση από το Kosmodromio.gr
Στα μέσα του Φεβρουαρίου 2026 η ελληνική κοινωνία συναντήθηκε για πρώτη φορά με φωτογραφικές αποτυπώσεις της εκτέλεσης των 200 πολιτικών κρατουμένων-κομμουνιστών στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944. Στο λαϊκό θυμικό υπήρχαν προηγούμενες κινηματογραφικές, ποιητικές, πλαστικές αποτυπώσεις, αλλά εδώ υπήρξε κάτι το διαφορετικό: η άμεση/οπτική (τρομακτική) επαφή με τα πρόσωπα των αγωνιστών, με το ίδιο το γεγονός της εκτέλεσης.
Στο άρθρο που ακολουθεί θα σχολιαστούν πτυχές των αντιδράσεων αυτής της συνταρακτικής συνάντησης!
Η «εμμονή» στο Referent (αναφερόμενο)
Στη δημόσια σφαίρα (καθόλου τυχαία) κυριάρχησε ο πανεπιστημιακός λόγος για τα ίδια τα γεγονότα, διαπρεπείς και αξιολογότατοι ιστορικοί επιστήμονες τα περιέβαλαν και τα πλούτισαν με τις γνώσεις, τους έδωσαν μια αδιαμφισβήτητη ύπαρξη (προφανώς και ερμηνεία). Αυτό το «Καθεστώς Αλήθειας» προφύλαξε τα γεγονότα από αντι-ιστορικές «αναθεωρήσεις», χυδαίες αντι-κομμουνιστικές τοποθετήσεις κ.ά., ωθώντας τη συζήτηση προς την ιστορική τεκμηρίωση, τη μεθοδολογική αξιοποίηση των αρχείων, τις επίσημες ταυτοποιήσεις προσώπων, την επιστημονική πρακτική μελέτης της μνήμης κ.α.
Η επιχείρηση «αντικειμενικής» προσέγγισης των φωτογραφιών μέσα από τα «πραγματικά γεγονότα» αναδεικνύει με προφανή τρόπο την προσπάθεια να «συσκοτιστεί» η «μη αντικειμενική» αλλά εξαιρετικά ζωντανή Ιδεολογική τους λειτουργία. Σε αντίρροπη κατεύθυνση χαρακτηριστικά υπήρξαν τα άρθρα από το Luben για το «υλικό στήριγμα του λαϊκού φαντασιακού» και το άρθρο του Πιτσιρίκου ως άμεση «ιδεολογική έγκληση για τα καθημερινά μας καθήκοντα» με βάση το απελευθερωμένο φορτίο των φωτογραφιών. Το κρίσιμο με το υλικό των φωτογραφιών είναι ακριβώς αυτό: δεν προσθέτουν τίποτα στην ιστορική γνώση του γεγονότος, αντίθετα οξύνουν τις συμβολικές επενδύσεις και τη διαπάλη νοήματος που αφορά κυρίως τις υποκειμενικοποιήσεις…
Νεκρό και φθαρμένο χαρτί ανακίνησε κρατικούς θεσμούς, κόμματα, οργανώσεις, άνοιξε έναν «αγώνα μνήμης», δημιούργησε νέες ταυτίσεις και απωθήσεις, αναζωογόνησε το ιστορικό καθεστώς της Εθνικής/ΕΑΜικής αντίστασης… Και κάπου εδώ αυτό το «κόλλημα» αναδεικνύει την ανάγκη για περαιτέρω ερμηνεία.
Το «υψηλό αντικείμενο της Ιδεολογίας» στην Καισαριανή
Αυτό ακριβώς είναι το «The Sublime Object of Ideology» (Zizek, 2006), ένα φθαρτό υλικό αντικείμενο το οποίο λόγω των συμβολικών και κοινωνικών επενδύσεων, της αισθηματικής προσκόλλησης και ταύτισης αποκτά μυθικό χαρακτήρα. Κάθε υλική προσέγγισή του θα ήταν καθαρή ανοησία, ενώ η ιδεολογική του ερμηνεία κλιμακώνει όλα τα νοήματα. Ο Zizek αναφέρει το ναυάγιο του Τιτανικού ως παράδειγμα υψηλού αντικειμένου, αφού σε αυτό η ανθρωπότητα δεν είδε απλά την υλική καταστροφή ενός σκάφους, αλλά βίωσε συμπυκνωμένα και μεταφορικά την επικείμενη καταστροφή του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Οι κοινωνίες ένιωσαν «ως καράβια» (αδυνατότητα της αβύθιστης πίστης) την κοινότητα μοίρας, δίνοντας την Ιδεολογική μάχη για την ερμηνεία αυτής της καταστροφής. Οι ριζοσπαστικές/αριστερές ερμηνείες είδαν τον αναπόδραστο θάνατο των ταξικών κοινωνιών, ενώ συντηρητικές/δεξιές οπτικές είδαν την καταστροφή της αίγλης και των αξιών από την αναδυόμενη βαρβαρότητα της νεωτερικής εποχής.
Οι φωτογραφίες είναι πολύτιμες ακριβώς γιατί υποστηρίζουν τη φαντασιακή πληρότητα της θυσίας για το καλό της κοινότητας (έθνος/τάξη), αποτελώντας πεδίο νοηματικής σύγκρουσης για την αυθεντική τους ερμηνεία. Ας σκεφτούμε πόσο τραυματικά και με όρους ηθικής ντροπής θα ένιωθε ο καθένας μας μια πιθανή καταστροφή τους ή μια απώλεια στην αγορά του eΒay; Ξαφνικά η Μνήμη απέκτησε ένα απάγκειο, ένα σημείο αγκύρωσης‧ η Ιδεολογία απέκτησε κάποια «υλική εγγύηση», ένα πραγματικό και όχι φαντασιακό έρεισμα‧ το απελευθερωμένο αισθηματικό φορτίο μοιάζει να έχει πραγματικό επίδικο! ΔΕΝ πιστεύουμε στην ιστορική μνήμη επειδή υπάρχουν οι φωτογραφίες, αλλά οι φωτογραφίες υπάρχουν (αποτελώντας αποδεικτικό υλικό) ώστε να μπορούμε να πιστεύουμε στη μνήμη!! Αυτό το απωθημένο το οποίο επιστρέφει δεν έρχεται από το παρελθόν, αλλά από το μέλλον της κοινότητας, και όπως θα υπογράμμιζε ο Walter Benjamin (2004) στις Θέσεις για τη φιλοσοφία της Ιστορίας:
“Το χάρισμα να αναζωπυρώνει τη σπίθα της ελπίδας στο παρελθόν έχει εκείνος μόνο ο ιστορικός που είναι απόλυτα πεισμένος ότι ούτε ακόμη και οι νεκροί δεν θα ‘ναι ασφαλείς από τον εχθρό, εάν αυτός νικήσει. Και ο εχθρός αυτός δεν έχει πάψει να νικά”.
Λίγο πριν την αντιστροφή
Ας κοιτάξουμε τα πρόσωπα των φωτογραφιών «αντικειμενικά», πριν αναζητήσουμε την πληρότητα της φαντασιακής τους θυσίας, πριν διακριβώσουμε την ύπαρξη του Λακανικού «objet petit a», και ας τους φανταστούμε/ανα-πλαισιώσουμε με τη σκληρή πραγματικότητα του κόσμου της εργασίας της δεκαετίας του ’30, τον υπόκοσμο, την παραβατικότητα κλπ. Ξαφνικά όσοι «νίκησαν το θάνατο» με ένα βλέμμα μετατρέπονται σε καθημερινές «χυδαίες» και πραγματικές φιγούρες! Είναι αυτό ακριβώς το γεγονός που προκαλεί τη μεγαλύτερη αναταραχή και ανησυχία για τη (συμβιβασμένη) καθημερινή συνείδηση των υποκειμένων. Τα πρόσωπα της φωτογραφίας ΔΕΝ είναι διαφωτιστές φιλόσοφοι όπως η εικόνα του Μαρξ, ΔΕΝ είναι «οι Χριστοί» της αριστεράς όπως ο Τσε, αντίθετα φέρουν πάνω τους τις κακουχίες της καθημερινής τους ζωής, τα σημάδια μιας πραγματικής τριβής με τον υπαρκτό καπιταλισμό και τις αξίες του. Η άβολη ιδεολογική εξύψωση αναδεικνύεται από τη «χαμηλότητα» του εξιδανικευμένου υλικού! Αν ήταν «άγιοι» θα ήταν εύκολος ο μεταβολισμός της πορείας ήρωας → εικόνα → μνήμη, τι γίνεται όμως αν μπορείς να τους «μπερδέψεις» με «ποινικούς»; Η στάση τους προκαλεί μεγαλύτερη ανησυχία επειδή ακριβώς μας μοιάζουν, είναι καθημερινοί «ήρωες» άλλου τύπου, ενοχλητικά κοντά μας… Την ίδια ώρα μπορούν να μετατραπούν σε απολίθωμα, κάτι που είναι αρκετά μακριά μας και δεν μας αφορά…
Στη θεωρία της ιδεολογίας υπάρχει η σκέψη πως κάθε Ιδεολογία αναζητεί κάποιον που πίστεψε πραγματικά, έναν που έζησε/έπραξε σε πλήρη ευθυγράμμιση με την πίστη του. Αυτός πιστεύει «για λογαριασμό μας», οπότε εμείς μπορούμε να (ανεχτούμε) ζήσουμε στο διάκενο της δυσαρμονίας μεταξύ λόγων και έργων. Η δομή ότι κάποιος άλλος πιστεύει επαληθεύεται στην πίστη στον Άγιο Βασίλη, αφού οι «μεγάλοι» επιρρίπτουν την πίστη στην αφέλεια των παιδιών, ενώ τα παιδιά «κάνουν» πως πιστεύουν για να μην στεναχωρηθούν οι μεγάλοι και για να απολαύσουν τα γιορτινά δώρα!
Οι φωτογραφίες δεν σου λένε «γίνε αυτός» ή ακόμη περισσότερο «δεν είσαι αυτός», αλλά αλίμονο «αυτός ο άλλος είναι μέσα σου ως δυνατότητα». Τα βλέμματα των φωτογραφιών δεν ρωτούν ανακριτικά «τι κάνεις εσύ;», ούτε είναι αναγκαστικό «σάλπισμα ηρωισμού», αλλά υπενθύμιση πως η ζωή ΔΕΝ είναι μονοδιάστατη, η ιστορία ΔΕΝ είναι μονοδιάστατη, η κοινωνία ΔΕΝ εξαντλείται σε αυτό που βρήκαμε, ο εαυτός μας ΔΕΝ είναι μόνο αυτό που είμαστε! Η ταύτιση με όρους αναγωγής «να γίνω αυτός» είναι καθαρή μυθολογία και γραφικότητα, η παθολογική απόρριψη «εγώ δεν είμαι αυτός» οδηγεί στον κυνισμό και τη μικροπρέπεια, «αυτοί θα μπορούσε να είμαστε εμείς» αν είχαμε μια διαφορετική κοινότητα και συλλογική ζωή. Μια τέτοια στάση υπάρχει ως δυνατότητα ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ αν καταφέρουμε να ιχνηλατήσουμε τις δυνατότητες γύρω μας, αυτό είναι το πραγματικά συνταρακτικό των φωτογραφιών…
Το πορτραίτο του Dorian Grey
Η αναλογία έχει μια προφανή αντιστροφή με το κλασικό αριστούργημα του Όσκαρ Ουάιλντ. Το σώμα του Dorian Grey μένει άθικτο, ενώ η φθορά μετατίθεται στην εικόνα, μετατρέποντάς την σε αποθετήριο ενοχής. Στις φωτογραφίες των μελλοθανάτων άλλαξαν όλα τα άλλα (πολιτικές διαδρομές, επιλογές, στρατηγικές), ενώ αυτές επιμένουν να αποθανατίζουν τη στιγμή της απόφασης! Οι φωτογραφίες «δεν κατηγορούν, δεν αξιολογούν, δεν κρίνουν», καταγράφουν απλώς την απόσταση που θα αναγκαστούμε να διανύσουμε μέχρι να συναντήσουμε τους εαυτούς μας, τις μεταβολές που έχουν να συντελεστούν ώστε να γλυκοχαράξει μια διαφορετική προοπτική για τις υποτελείς τάξεις και τα καταπιεζόμενα ανθρώπινα πλάσματα. Το αμετάβλητο «Πραγματικό» της στιγμιαίας απαθανάτισης μιας «αιώνιας δυνατότητας» να αλλάξουμε τα πράγματα με συγκεκριμένη δράση είναι αυτό που δεν μετασχηματίζεται στις φωτογραφίες.
Το αίσθημα μετά από κάποιο έντονο όνειρο είναι αυτό που ξυπνά μετά από την παρατήρηση λεπτομερειών των φωτογραφιών (υψωμένη γροθιά, επιδεικτική στάση προσοχής, υποψία χαμόγελου). Ας αντιστρέψουμε αυτή την παραδοχή ώστε να μην είναι η (ονειρική) Ιδεολογία καταφυγή μιας αβάσταχτης πραγματικότητας, αλλά η πραγματικότητα να γίνει συνείδηση του ονείρου. Γύρω μας βρίσκονται τα «ονειρικά υλικά» που μπορούν να ξαναχτίσουν το όνειρο, αυτά που θα κάνουν την καταφυγή στην πραγματικότητα συνειδητή συλλογική στιγμή και όχι ιδεολογική απόδραση από την επιθυμία μιας άλλης ζωής, από τον τραυματικό πραγματικό πυρήνα της ζωής όπως είναι.
Βιβλιογραφία
Zizek, S. (2006). Το υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας (Β. Ιακόβου, Μετάφρ.). Αθήνα: Scripta.
Benjamin, W. (2004). Θέσεις για τη φιλοσοφία της Ιστορίας. Ανακτήθηκε στις 02-03-2026 από: https://www.sarajevomag.net/vivliothiki/benjamin.html