Άρθρο του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας κ. Ειρηναίου
Μεγάλη Τετάρτη σήμερα. Η Εκκλησία, μας φέρνει μπροστά σε μια εικόνα που δεν αφήνει περιθώρια αδιαφορίας. Μας καλεί να σταθούμε με προσοχή και εσωτερική εγρήγορση, ώστε να κατανοήσουμε τι πραγματικά διακυβεύεται μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Δύο πρόσωπα σήμερα στέκονται απέναντι στον Χριστό, δύο στάσεις ζωής φανερώνονται, δύο επιλογές που ξεκινούν από τον ίδιο εσωτερικό χώρο και οδηγούν σε εντελώς διαφορετική πορεία¹. Από τη μία πλευρά μια γυναίκα που πλησιάζει με συντριβή και ανιδιοτελή αγάπη, και από την άλλη ένας μαθητής που απομακρύνεται μέσα από μια σιωπηλή αλλά ουσιαστική προδοσία, χωρίς θόρυβο αλλά με βαριές συνέπειες.
Η γυναίκα του Ευαγγελίου δεν συνοδεύεται από όνομα ούτε από κοινωνική θέση, και όμως η παρουσία της γίνεται έντονη και καθοριστική, γιατί αυτό που φέρει δεν είναι τίτλος αλλά καρδιά. Δεν προσέρχεται με επιχειρήματα ούτε με λόγια υπεράσπισης, αλλά με αυτό που έχει, δηλαδή τον ίδιο της τον εαυτό. Σπάζει το δοχείο με το μύρο και το προσφέρει χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς να σταθμίζει το κόστος ή να φοβάται την κρίση των άλλων². Εκείνη τη στιγμή δεν την απασχολεί τίποτε άλλο παρά μόνο η σχέση της με τον Χριστό και η ανάγκη της να Τον πλησιάσει με μετάνοια και ταπείνωση.
Η πράξη της δεν αποτελεί μια απλή εκδήλωση συγκίνησης, αλλά μαρτυρία μιας καρδιάς που άλλαξε πορεία και βρήκε τον προσανατολισμό της. «Και στάθηκε πίσω κοντά στα πόδια Του, κλαίγοντας, και άρχισε να τα βρέχει με τα δάκρυά της»³, και τα δάκρυα αυτά δεν είναι ένδειξη αδυναμίας αλλά δύναμης, γιατί φανερώνουν την αγάπη που δεν κρύβεται. Είναι η στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος αφήνει κάθε άμυνα, παύει να δικαιολογεί τον εαυτό του και στέκεται ενώπιον του Θεού όπως είναι, χωρίς προσωπεία και χωρίς φόβο⁴.
Απέναντι σε αυτή τη στάση στέκεται ο Ιούδας, και η παρουσία του καθιστά την αντίθεση ακόμη πιο έντονη και πιο απαιτητική για όλους μας. Δεν είναι κάποιος μακρινός ή άγνωστος, αλλά ο μαθητής, ο άνθρωπος που έζησε κοντά στον Χριστό, άκουσε τον λόγο Του, είδε τα έργα Του και έγινε κοινωνός των θαυμάτων Του. Και όμως, η καρδιά του δεν μετακινήθηκε προς το φως, αλλά παρέμεινε δεμένη σε έναν τρόπο σκέψης που υπολογίζει, ζυγίζει και ερμηνεύει τα πάντα με ανθρώπινα μέτρα⁵.
Όταν αντικρίζει την πράξη της γυναίκας, δεν συγκινείται ούτε αφήνει τον εαυτό του να αγγιχθεί από αυτό που συμβαίνει μπροστά του. Αντιθέτως, αντιδρά και λέγει «Γιατί αυτή η σπατάλη;»⁶, γιατί για εκείνον όλα περνούν μέσα από το φίλτρο της χρησιμότητας και του συμφέροντος. Η αγάπη δεν τον αγγίζει, γιατί δεν μπορεί να την μετρήσει, και έτσι, σχεδόν ανεπαίσθητα, αρχίζει να απομακρύνεται, όχι με μια ξαφνική πράξη αλλά με μια πορεία εσωτερικής αποξενώσεως που οδηγεί τελικά στην προδοσία⁷.
Η αντίθεση ανάμεσα στα δύο αυτά πρόσωπα είναι συγκλονιστική και ταυτόχρονα αποκαλυπτική. Από τη μία πλευρά μια γυναίκα που δεν είχε τίποτε να επιδείξει, αλλά πρόσφερε τα πάντα, και από την άλλη ένας μαθητής που είχε τα πάντα, αλλά τελικά τα έχασε όλα. Δεν πρόκειται για ζήτημα γνώσεως ή θέσεως, αλλά για κατάσταση καρδιάς, για τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος ανταποκρίνεται στην παρουσία του Θεού.
Και εδώ αρχίζει ο ουσιαστικός προβληματισμός για όλους εμάς, γιατί δεν στεκόμαστε έξω από αυτή την εικόνα, αλλά μέσα σε αυτήν. Στις επιλογές μας, στον τρόπο που ζούμε, στον τρόπο που σχετιζόμαστε με τον Θεό και με τους ανθρώπους, αποκαλύπτεται η δική μας στάση. Πόσες φορές πλησιάζουμε τον Χριστό εξωτερικά, χωρίς να αφήνουμε την καρδιά μας να συμμετάσχει, και πόσες φορές, χωρίς να το καταλάβουμε, αφήνουμε την ψυχή μας να ψυχρανθεί και να απομακρυνθεί⁸.
Η προδοσία δεν εμφανίζεται πάντοτε ως μια μεγάλη και φανερή πράξη. Συχνά ξεκινά αθόρυβα, μέσα από μικρές υποχωρήσεις, από επιλογές που μοιάζουν ασήμαντες, αλλά σιγά σιγά αλλοιώνουν την καρδιά. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος παύει να αγαπά χωρίς όρους και αρχίζει να υπολογίζει τα πάντα. Τότε η σχέση με τον Θεό παύει να είναι ζωντανή και γίνεται απλώς συνήθεια.
Απέναντι σε αυτή την πορεία, η γυναίκα του Ευαγγελίου φανερώνει έναν άλλο δρόμο. Δεν κρατά τίποτε για τον εαυτό της, δεν διστάζει, δεν μετρά. Προσφέρει το μύρο ό,τι πολυτιμότερο έχει, δείχνοντας ότι η αγάπη προς τον Χριστό δεν χωρά σε λογικές και υπολογισμούς. Εκεί όπου ο άνθρωπος δίνει ολοκληρωτικά την καρδιά του, εκεί αρχίζει πραγματικά να ζει⁹.
Τελικά, η ημέρα αυτή δεν είναι απλώς μια ανάμνηση δύο προσώπων, αλλά μια στιγμή που μας φέρνει μπροστά σε μια ξεκάθαρη επιλογή. Δεν υπάρχει μέση στάση. Ή θα αγαπήσουμε ή θα απομακρυνθούμε. Μέσα σε αυτή την επιλογή, κρίνονται τα πάντα.
Η Μεγάλη Τετάρτη μας αφήνει δύο στοιχεία που αξίζει να κρατήσουμε μέσα μας. Πρώτον, να τολμήσουμε να αγαπήσουμε τον Χριστό χωρίς υπολογισμούς. Και δεύτερον, να μην αφήσουμε την καρδιά μας να ψυχρανθεί, γιατί τότε αρχίζει η πραγματική απομάκρυνση.
Παραπομπές:
1. Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς Ματθαῖον, PG 58, 759
2. Ματθ. 26,7
3. Λουκ. 7,38
4. Ἐφραίμ τοῦ Σύρου, Λόγοι Ασκητικοί, PG 56, 233
5. Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς Ἰωάννην, PG 59, 307
6. Ματθ. 26,8
7. Ματθ. 26,14-16
8. Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος, Λόγοι Ασκητικοί
9. Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Λόγοι, PG 36