Η πρόσφατη απόφαση να διατεθεί έκταση του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, η οποία αρχικώς ανήκε στον Δήμο, για την ανέγερση ιερού ναού εύλογα εγείρει πολλά ερωτηματικά. Οι αντιρρήσεις που εκφράζονται δεν συνδέονται με την Εκκλησία ως θεσμό, την οποία όλοι οι πολίτες της Φλώρινας τιμούν και σέβονται, αλλά με την αναγκαιότητα της απόφασης αυτής.
Η Φλώρινα στερείται, μεταξύ άλλων, υποδομών κοινής ωφέλειας. Για παράδειγμα, είναι μια πόλη με εξαιρετικό φυσικό κάλλος και όμως δεν διαθέτει πάρκα αναψυχής.
Η αλήθεια είναι ότι η ανέγερση νέου ναού δεν ανταποκρίνεται σε καμία κοινωνική ανάγκη. Η διάθεση χώρων που ανήκουν στη δημόσια περιουσία και μπορούν να αξιοποιηθούν πολλαπλά για την τοπική κοινωνία πρέπει να είναι προϊόν διαβούλευσης και συναπόφασης με αυτήν.
Οι πολίτες δεν πρέπει να γίνονται μόνο αποδέκτες ανακοίνωσης ειλημμένων αποφάσεων, αλλά να συμμετέχουν στη λήψη τους. Δυστυχώς, στη Φλώρινα αυτό είναι κανονικότητα. Για τα κρίσιμα ζητήματα οι πολίτες ποτέ δεν ερωτώνται. Αυτό είναι μια παθογένεια με ανυπολόγιστες συνέπειες για τον δημόσιο βίο αλλά και την ποιότητα ζωής μας.
Οι αποφάσεις που παίρνονται κεκλεισμένων των θυρών κατέστρεψαν κυριολεκτικά αυτή την πόλη και οδήγησαν τους πολίτες σε μια παθητική αποδοχή της μοίρας τους, ακριβώς επειδή απογοητεύτηκαν από αυτές τις τακτικές.
Το ότι ο σχεδιασμός ανέγερσης σχολικής μονάδας δεν είναι αναγκαίος λόγω της αυξανόμενης μείωσης των γεννήσεων δεν είναι επιχείρημα ούτε σημαίνει δίχως άλλο ότι για τον συγκεκριμένο χώρο δεν υπάρχει άλλη προοπτική. Άλλωστε, ποιος ή ποιοι ευθύνονται για αυτή την κατάσταση και πώς λειτουργούν παντός είδους θεσμοί για την ανατροπή της;
Όταν, λοιπόν, μέρος της πόλης εκφράζει αντίρρηση, τότε η υποχρέωση για διάλογο γίνεται ακόμα μεγαλύτερη. Όχι για να ευχαριστήσουμε τους πάντες, αλλά γιατί έτσι λειτουργεί η δημοκρατία. Αυτές, λοιπόν, οι αντιρρήσεις πρέπει να εκλαμβάνονται και από την ίδια την Εκκλησία όχι ως ασέβεια, αλλά ως ανάγκη για κοινωνικό διάλογο. Άλλωστε, οι θεσμοί μόνο τότε λειτουργούν αποτελεσματικά: όταν συνδιαλέγονται με τις κοινωνικές ανάγκες. Και όταν οι πολίτες απαιτούν κοινωνικό διάλογο, αυτό δεν πρέπει να εκλαμβάνεται από τις εκάστοτε ηγεσίες ως απειλή αλλά ως υγιής αντίδραση.
Υ.Γ.: Προφανώς πολλοί συμπολίτες μας έχουν τους ίδιους προβληματισμούς αλλά διστάζουν να τους εκφράσουν. Ευτυχώς, κάποιοι το έπραξαν και πρόταξαν το θάρρος της γνώμης τους χωρίς να υπολογίζουν οποιοδήποτε κόστος. Όπως, άλλωστε, εύστοχα γράφτηκε εδώ και καιρό, «το άδικο δεν το θέλει ούτε ο Θεός».
Ελισσάβετ Παναγιωτίδου
Δικηγόρος
Μέλος Τομέα Ενέργειας ΠΑΣΟΚ