Γράφει ο Στράτος Βασιλόπουλος (1)
Οι εργασίες για τη νέα συνοριακή διάβαση Λαιμού – Μάρκοβα Νόγκα στην περιοχή της Πρέσπας προχωρούν με γρήγορους ρυθμούς από την πλευρά της Βόρειας Μακεδονίας, δημιουργώντας για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες τη δυνατότητα άμεσης διασυνοριακής σύνδεσης γύρω από τη λίμνη Πρέσπα.
Σύμφωνα με δημοσιευμένες πληροφορίες, η κατασκευή της συνοριακής υποδομής στην απέναντι πλευρά έχει ήδη προχωρήσει σημαντικά, ενώ στην ελληνική πλευρά αναμένεται η έναρξη των εργασιών, μετά την πρόσφατη διαδικασία ανάθεσης του έργου.
Ένα ρεπορτάζ που ανέδειξε μια ξεχασμένη πλάκα
Πριν από λίγες ημέρες έπεσε στην αντίληψή μου, το άρθρο της Ηλεκτρονικής Εφημερίδας Sakam Da Kazam (=Θέλω να πω), σύμφωνα με το οποίο, η δημοσιογράφος Ζανέτα Ζντράβκοβα, ανταποκρίτρια, αυτής της ειδησεογραφικής ιστοσελίδας, κατά τη διάρκεια ρεπορτάζ για την σε εξέλιξη συνοριακή διάβαση στη θέση Μάρκοβα Νόγκα, εντόπισε μια αναμνηστική πλάκα στη νεκρή ζώνη, λίγα μόλις μέτρα από τον υπό κατασκευή συνοριακό σταθμό στη δυτική πλευρά του δρόμου προς τη λίμνη.
Το μνημείο αυτό δεν βρίσκεται σε οργανωμένο χώρο επισκεψιμότητας και, όπως αποτυπώνεται στις φωτογραφίες, εμφανίζει εικόνα εγκατάλειψης. Ωστόσο, αποτελεί σημείο αναφοράς για ένα τραγικό γεγονός του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Στον σύνδεσμο το άρθρο της.
Η ιστορική συγκυρία στην Πρέσπα το 1944
Αναζητώντας πληροφορίες στο διαδίκτυο και εξετάζοντας ιστορικές καταγραφές, διαθέσιμες μαρτυρίες και αφηγήσεις απογόνων κατοίκων του Λαιμού, προκύπτουν ιδιαίτερα σημαντικά στοιχεία. Την περίοδο του 1944 η περιοχή της Πρέσπας βρισκόταν σε ένα σύνθετο καθεστώς στρατιωτικής κατοχής και ελέγχου, με διαφορετικές ζώνες ευθύνης μεταξύ των δυνάμεων του Άξονα στα Βαλκάνια..
Σημαντικότατες αναφορές υπάρχουν στην Ιστοσελίδα FlorinaPast, με πολλές λεπτομέρειες στα άρθρα που επιμελήθηκε ο Σπύρος Παπαχαρίσης.
Στις 3/03/2013: https://www.florinapast.mysch.gr/i-epistrofi-ton-7-florinioton-stin-patrida-stis/
Πριν αναφερθούμε στις λεπτομέρειες, πρέπει να κάνουμε μία ιστορική αναφορά για τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν μετά την επικράτηση των δυνάμεων του Άξονα την άνοιξη του 1941.
Μετά την κατάρρευση του μετώπου και τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας τον Απρίλιο του 1941, η ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και της Κορυτσάς διαμοιράστηκε σε τρεις ζώνες κατοχής (Γερμανική, Ιταλική και Βουλγαρική).
Η Πρέσπα στο καθεστώς Κατοχής
Μετά τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας τον Απρίλιο του 1941, η περιοχή της Μακεδονίας και της ευρύτερης Πρέσπας βρέθηκε υπό ένα σύνθετο καθεστώς κατοχής, καθώς η διοίκηση διαμοιράστηκε μεταξύ Γερμανίας, Ιταλίας και Βουλγαρίας.
Οι Γερμανοί διατήρησαν υπό τον άμεσο έλεγχό τους τις περιοχές στρατηγικής σημασίας, τους βασικούς συγκοινωνιακούς άξονες και σημαντικά συνοριακά περάσματα. Οι Ιταλοί διοικούσαν το μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Μακεδονίας, συμπεριλαμβανομένης της Καστοριάς, της Πρέσπας και της Κορυτσάς μέσω του ιταλικού προτεκτοράτου της Αλβανίας. Αντίθετα, το μεγαλύτερο τμήμα της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας, καθώς και η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη, παραχωρήθηκαν στη βουλγαρική διοίκηση.
Η κατάσταση αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία για την περιοχή της Πρέσπας. Ενώ η ελληνική πλευρά υπαγόταν αρχικά στην ιταλική κατοχή και αργότερα στον γερμανικό έλεγχο, η βόρεια πλευρά της λίμνης βρισκόταν υπό βουλγαρική στρατιωτική διοίκηση. Έτσι, η περιοχή μετατράπηκε σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη συνοριακή ζώνη, όπου συναντιούνταν τρεις διαφορετικές κατοχικές διοικήσεις.
Οι βουλγαρικές δυνάμεις εγκατέστησαν στρατιωτικές βάσεις στα χωριά Ντούπενι (Dolno Dupeni), Λιούμποινο (Ljubojno) και Μπράιτσινο (Brajčino), αξιοποιώντας τις προϋπάρχουσες γιουγκοσλαβικές συνοριακές εγκαταστάσεις. Από τις θέσεις αυτές έλεγχαν τα περάσματα προς την ελληνική Πρέσπα, πραγματοποιούσαν αντιπαρτιζανικές επιχειρήσεις, υποστήριζαν τη δράση της φιλοβουλγαρικής οργάνωσης «Οχράνα» και επιχειρούσαν την επιβολή πολιτικής εκβουλγαρισμού στις περιοχές που έλεγχαν.
Ιδιαίτερα μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας τον Σεπτέμβριο του 1943, οι γερμανικές και βουλγαρικές δυνάμεις ενίσχυσαν τη συνεργασία τους στην περιοχή.
Την ίδια περίοδο αναπτύχθηκε έντονη αντιστασιακή δράση στην ελληνική Πρέσπα και στα Κορέστια. Τμήματα του ΕΛΑΣ, αποτελούμενα σε μεγάλο βαθμό από κατοίκους των χωριών της περιοχής, συγκρούονταν συστηματικά με τις βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής και τους συνεργάτες τους.
Μέσα σε αυτό το ιδιαίτερα φορτισμένο περιβάλλον σημειώθηκαν επιδρομές, εκτελέσεις αμάχων και καταστροφές χωριών, όπως στον Άγιο Γερμανό και στον Λαιμό, γεγονότα που αποτελούν το ιστορικό πλαίσιο της τραγικής υπόθεσης των επτά νέων της Φλώρινας.
Μετά την κατάρρευση της Ιταλίας τον Σεπτέμβριο του 1943, οι Βούλγαροι βρήκαν την ευκαιρία να επεκτείνουν τη δράση τους στην ελληνική πλευρά. Σε συνεργασία με Γερμανούς και ντόπιους οχρανίτες, εξαπέλυσαν επιδρομές σε χωριά όπως ο Άγιος Γερμανός και ο Λαιμός, προχωρώντας σε εκτελέσεις αμάχων και πυρπολήσεις σπιτιών ως αντίποινα για τη βοήθεια που παρείχαν οι κάτοικοι στον ΕΛΑΣ.
Οι επτά νέοι της Φλώρινας
Μέσα σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, σύμφωνα με τις διαθέσιμες ιστορικές πηγές, επτά νέοι από τη Φλώρινα συνελήφθησαν τον Ιανουάριο του 1944 στην ευρύτερη περιοχή του Λαιμού Πρεσπών, σε αγροτικό δρόμο προς τον Άγιο Γερμανό.
Στην ελληνική πλευρά της Πρέσπας και στην περιοχή των Κορεστίων δρούσαν αντάρτικες αντιστασιακές ομάδες, οι οποίες είχαν δημιουργηθεί και επιχειρούσαν ενάντια στους κατακτητές. Οι ομάδες αυτές είχαν συγκροτηθεί σχεδόν από όλα τα χωριά των Πρεσπών και των Κορεστίων, όπως η Καλλιθέα, το Πλατύ, ο Λαιμός και κυρίως ο Άγιος Γερμανός. Ιδιαίτερες μάχες δόθηκαν εναντίον των Βουλγάρων, οι οποίοι αξιοποίησαν τη συνεργασία τους με τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής για να ενισχύσουν την παρουσία και την επιρροή τους στην περιοχή, ενώ παράλληλα επιδίωκαν την προώθηση των επεκτατικών τους σχεδίων μέσω της πολιτικής του εκβουλγαρισμού.
Φαίνεται ότι στη Φλώρινα η γερμανική κατοχή ήταν ιδιαίτερα σκληρή και αυστηρή. Ωστόσο, επτά νέα παιδιά, μαθητές γυμνασίου, ηλικίας 17 έως 20 ετών, αποφάσισαν να ενταχθούν σε αντάρτικες ομάδες και έφτασαν στην Πρέσπα στις 15/01/1944.
Οι επτά νέοι, μαθητές γυμνασίου και μέλη του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Φλώρινας «Ο Αριστοτέλης», ήταν:
- Δημήτριος Τάνος
- Γεώργιος Λουκίδης
- Γεώργιος Σεχίδης
- Συμεών Χατζηπροδρόμου
- Κωνσταντίνος Γαζίνος
- Πέτρος Μάρκου
- Λάσκαρης Στεφανίδης
Σύμφωνα με ιστορικές καταγραφές που έχουν δημοσιευθεί, μεταξύ άλλων και στο FlorinaPast, αλλά και σε μαρτυρίες που έχει καταγράψει ο Σπύρος Παπαχαρίσης, καθώς και σε μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων και των απογόνων τους, προκύπτουν τα εξής:
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες μαρτυρίες, οι επτά νέοι ήρθαν σε επαφή με τους αντάρτες. Κατά την πορεία τους από τον Λαιμό προς τον Άγιο Γερμανό εκτυλίχθηκαν, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, τα ακόλουθα γεγονότα:
Η 17η Ιανουαρίου 1944 ήταν μια μέρα που οι χωρικοί του χωριού θυμούνται με ιδιαίτερη οδύνη. Γύρω στις 9 το πρωί ακούστηκαν πυροβολισμοί και ριπές πολυβόλων σε όλο το χωριό. Τα μικρά παιδιά που εκείνη την ώρα βρίσκονταν στις αυλές ή έπαιζαν στους δρόμους έτρεξαν έντρομα στα σπίτια τους. Λίγα λεπτά αργότερα, οι πυροβολισμοί σταμάτησαν και Βούλγαροι στρατιώτες εμφανίστηκαν στους δρόμους του χωριού. Η καμπάνα της εκκλησίας άρχισε να χτυπά, δίνοντας σήμα στον κόσμο να συγκεντρωθεί στην πλατεία.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των κατοίκων, οι Βούλγαροι συνήθιζαν νατο κάνουν αυτό κάθε φορά που ήθελαν να απευθυνθούν στους κατοίκους, οργανώνοντας συγκεντρώσεις και εκφωνώντας ομιλίες με σκοπό την υποτίμηση των ανταρτών. Στη συνέχεια, ενώ οι χωρικοί συγκεντρώνονταν στην πλατεία, στρατιώτες έκαναν έρευνες στα σπίτια, αναζητώντας όπλα και προχωρώντας σε λεηλασίες.
Σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων,Βούλγαροι στρατιώτες που επόπτευαν με διόπτρες από το ύψωμα «Όχι», βόρεια του χωριού Λαιμός, αντιλήφθηκαν ύποπτες κινήσεις στην απέναντι πλευρά του χωριού, προς τον Μηλεώνα. Στην ομάδα αυτή συμμετείχαν και οι επτά άπειροι, νεαροί αντάρτες, ηλικίας 17 έως 20 ετών, οι οποίοι, καθώς κινούνταν με κατεύθυνση από τον Άγιο Γερμανό προς τον Λαιμό, μόλις άκουσαν τους πυροβολισμούς, κρύφτηκαν στην τάφρο του ξηροποτάμου «Γκουσάιτσα», δυτικά του σημερινού Δημαρχείου Πρεσπών.
Ακολουθώντας την κοίτη της τάφρου, αποφάσισαν να κινηθούν προς ένα ρυάκι με κατεύθυνση τον Μηλεώνα, όπου εντοπίστηκαν από Βούλγαρους στρατιώτες που κινούνταν για ενίσχυση των δυνάμεών τους στον Λαιμό, προερχόμενοι από τον λόφο προς την πλευρά του Μηλεώνα. Οι στρατιώτες τους αιφνιδίασαν και τους συνέλαβαν ενώ επιχειρούσαν να διαφύγουν.
Δεν διέθεταν χειροπέδες, οπότε οι Βούλγαροι έκοψαν συρματόπλεγμα που βρήκαν στο σημείο και έδεσαν σφιχτά τα χέρια τους (στο σημείο αυτό υπάρχουν αμφιλεγόμενες μαρτυρίες· άλλες αναφέρουν τηλεφωνικό σύρμα και άλλες σχοινί που φέρεται να απέσπασαν από τον χωρικό Τραϊανό Ν., τη στιγμή που περνούσε με το γαϊδουράκι του).
Στη συνέχεια, τα παιδιά δέθηκαν μεταξύ τους τόσο σφιχτά, ώστε, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, έσταζε αίμα από τους καρπούς και τα σώματά τους. Επιπλέον, ξυλοκοπήθηκαν με υποκόπανους τυφεκίων και κλωτσήθηκαν επανειλημμένα.
Κατά τις διαθέσιμες μαρτυρίες, κάποια στιγμή, ένα από τα παιδιά έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος· επειδή ήταν δεμένοι μεταξύ τους, έπεσαν όλοι μαζί. Οι Βούλγαροι στρατιώτες, θεωρώντας ότι το έκαναν σκόπιμα, τους ξυλοκόπησαν περαιτέρω αντί να τους βοηθήσουν να σηκωθούν.
Κατά τις διαθέσιμες μαρτυρίες, ο επικεφαλής της ομάδας των Βουλγάρων, ένας ηλικιωμένος, ταγματάρχης έφιππος, διέταξετη μεταφορά των αγοριών στις εγκαταστάσεις τους στη Μάρκοβα Νόγκα.
Όταν οι χωρικοί πληροφορήθηκαν τη σύλληψή τους, αρκετοί ηλικιωμένοι άνδρες από το ίδιο χωριό παρακάλεσαν τον ταγματάρχη να τους απελευθερώσει, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Έτσι, τα παιδιά οδηγήθηκαν βίαια προς τη Μάρκοβα Νόγκα, ξυλοκοπούμενα και κλωτσούμενα καθ’ όλη τη διαδρομή.
Σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων, αργότερα, ένας νεαρός αξιωματικός εμφανίστηκε σε μπαλκόνι σπιτιού στην πλατεία του χωριού και εκφώνησε ομιλία, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι οι Βούλγαροι ήταν ισχυροί και είχαν ως σύμμαχους τους Γερμανούς, και ότι μαζί θα κατακτούσαν την περιοχή και θα την έκαναν δική τους.
Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι οι επτά νέοι κρατήθηκαν και εκτελέστηκαν από βουλγαρικές στρατιωτικές δυνάμεις και στη συνέχεια τάφηκαν πρόχειρα σε λάκκο που οι ίδιοι αναγκάστηκαν να ανοίξουν στο σημείο της εκτέλεσης.
Ο επαναπατρισμός και η μνήμη
Τριάντα τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1978, τα οστά των επτά νέων επαναπατρίστηκαν στη Φλώρινα, μετά από διπλωματικές ενέργειες και συνεργασία των τότε αρχών Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας, με τη συμβολή του Έλληνα Προξένου στα Σκόπια.
Η τοπική κοινωνία απέδωσε τιμές στους νεκρούς, κλείνοντας έναν κύκλο μνήμης που παρέμενε ανοιχτός για δεκαετίες.
Συγκλονιστικές λεπτομέρειες αναφέρει ο κ. Σπύρος Παπαχαρίσης στο florinapast στις 4/02/2015: https://www.florinapast.mysch.gr/i-ektafi-ton-oston-ton-epta-florinioton-to/
Μια διάβαση που επαναφέρει και τη μνήμη
Σήμερα, καθώς η επαναδιάνοιξη της συνοριακής διάβασης της Πρέσπας προχωρά προς υλοποίηση, το μικρό αυτό μνημείο υπενθυμίζει ότι η περιοχή δεν είναι μόνο χώρος ανάπτυξης και σύνδεσης, αλλά και τόπος ιστορικής μνήμης.
Η συνύπαρξη ενός σύγχρονου έργου υποδομής με ένα ξεχασμένο μνημείο του πολέμου δημιουργεί ένα ισχυρό συμβολικό πλαίσιο: εκεί όπου κάποτε υπήρξαν διαχωρισμοί και συγκρούσεις, σήμερα αναδύεται η προοπτική συνεργασίας και ειρηνικής συνύπαρξης.
Πρόταση
Με αφορμή την επαναλειτουργία της συνοριακής διάβασης, θα είχε ιδιαίτερη αξία να εξεταστεί από κοινού, από τις αρμόδιες αρχές της Ελλάδας και της Βόρειας Μακεδονίας, η ανάδειξη του μνημείου και των ιστορικών γεγονότων που συνδέονται με αυτό.
Μια διακριτική και ιστορικά τεκμηριωμένη παρέμβαση θα μπορούσε να αποδώσει τον οφειλόμενο σεβασμό στη μνήμη των θυμάτων, αναδεικνύοντας παράλληλα την ιστορική σημασία της περιοχής ως τόπου που γνώρισε τον πόλεμο, την κατοχή και την αντίσταση, αλλά σήμερα μπορεί να αποτελεί σημείο συνεργασίας, ειρήνης και καλής γειτονίας.
Επίλογος
Η Πρέσπα, μια περιοχή μοναδικής φυσικής ομορφιάς και ιδιαίτερου ιστορικού βάρους, βρίσκεται για ακόμη μία φορά σε μια σημαντική καμπή της ιστορίας της.
Η νέα συνοριακή διάβαση δεν θα ενώσει μόνο δύο γειτονικές χώρες. Δημιουργεί παράλληλα την ευκαιρία να αναδειχθεί μια λιγότερο γνωστή σελίδα της τοπικής ιστορίας, υπενθυμίζοντας ότι οι κάτοικοι της περιοχής βίωσαν με σκληρό τρόπο την Κατοχή και συμμετείχαν ενεργά στην αντίσταση απέναντι στις δυνάμεις του Άξονα και στους συνεργάτες τους, πληρώνοντας βαρύ ανθρώπινο τίμημα.
Η ιστορική μνήμη δεν πρέπει να αποτελεί πεδίο διαχωρισμών ή προκαταλήψεων. Αντίθετα, όταν βασίζεται στην τεκμηρίωση και στον αμοιβαίο σεβασμό, μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα κατανόησης ανάμεσα στους λαούς και ως πολύτιμη παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές.
Ευχαριστίες
Θα ήθελα να εκφράσω τις θερμές μου ευχαριστίες στον κ. Σπύρο Παπαχαρίση Ερευνητή της τοπικής ιστορίας και διαχειριστή του https://www.florinapast.mysch.gr/για την πρόθυμη συνεργασία του, την πολύτιμη βοήθειά του, καθώς και για την άδεια να αξιοποιήσω στοιχεία από τη μακρόχρονη ιστορική έρευνά του. Η συμβολή του υπήρξε καθοριστική στην τεκμηρίωση σημαντικών πτυχών της υπόθεσης των επτά νέων της Φλώρινας.
Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλω επίσης στη δημοσιογράφο Τζανέτα Ζντράβκοβσκα, για την ευγενική παραχώρηση του φωτογραφικού υλικού από το πρόσφατο ρεπορτάζ της στην περιοχή της Μάρκοβα Νόγκα, το οποίο αποτέλεσε και την αφορμή για τη συγγραφή του παρόντος άρθρου.
Σημείωση για τις πηγές και τη μεθοδολογία
Το παρόν άρθρο βασίζεται σε συνδυασμό, δημοσιευμένων ιστορικών πηγών, διαθέσιμων μαρτυριών και στοιχείων που επιχειρήθηκε να διασταυρωθούν και να αποδοθούν με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια.
Για τη σύνταξή του αξιοποιήθηκαν δημοσιευμένες ιστορικές πηγές και πληροφορίες που αναζητήθηκαν στο διαδίκτυο, δύο εκτενή άρθρα του Σπύρου Παπαχαρίση, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν με τη συναίνεσή του, καθώς και προφορικές μαρτυρίες κατοίκων και απογόνων αυτοπτών μαρτύρων των γεγονότων.
Ιδιαίτερη θέση μεταξύ των προφορικών μαρτυριών κατέχει η αφήγηση της υπέργηρης μητέρας μου, Ελπινίκης Βασιλοπούλου, καταγόμενης από τον Άγιο Γερμανό Πρεσπών, η οποία έζησε τα γεγονότα της περιόδου της Κατοχής και διατηρεί έως σήμερα εξαιρετική πνευματική διαύγεια. Η μαρτυρία της αποτέλεσε πολύτιμο στοιχείο για την κατανόηση του τοπικού ιστορικού πλαισίου.
Στόχος του παρόντος άρθρου δεν είναι να υποκαταστήσει την επιστημονική ιστορική έρευνα, αλλά να συμβάλει στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης και στην ανάδειξη μιας λιγότερο γνωστής πτυχής της ιστορίας της Πρέσπας. Εάν το κείμενο αυτό συμβάλει ώστε να παραμείνει ζωντανή η μνήμη των επτά νέων της Φλώρινας και των ανθρώπων που αντιστάθηκαν στην κατοχή στην περιοχή της Πρέσπας, τότε θα έχει επιτύχει τον σκοπό του.
(1) Ο Στράτος Βασιλόπουλος είναι:
- Γενικός Γραμματέας της Ένωσης Ξενοδόχων Π.Ε. Φλώρινας,
- Πρώην Πρόεδρος και ιδρυτής της «Ένωσης Τουριστικών και Συναφών Δραστηριοτήτων Δήμου Πρεσπών»,
- Αντιπρόεδρος του Ινστιτούτου Βιώσιμης Ανάπτυξης Πρεσπών,
- Πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής του Prespa OffRoadTrip και
- Συνιδιοκτήτης του ξενοδοχειακού συγκροτήματος Prespa Resort & Villa ΠλατυΘέα, presparesort.gr.





