Της Ελένης Αντωνίου
Λίγες ημέρες πριν από το Night on The Border, τη διασυνοριακή μουσική συνάντηση του THE SINGING OF THE NIGHTINGALE 2026, συνομιλούμε με τον Παντελή Στόικο, έναν από τους μουσικούς που θα βρεθούν στις 19 Σεπτεμβρίου στον Λαιμό Πρεσπών.
Ο Pantelis Stoikos Like Quartet συναντά τους MOIRA, TRETO KOLENO και Within the World Duo σε μια κοινή σκηνή Ελλήνων και Βορειομακεδόνων μουσικών, λίγα μόλις μέτρα από το ιστορικό συνοριακό πέρασμα Λαιμός–Markova Noga, κλειστό από το 1967.
Με αφορμή αυτή τη συνάντηση, ο Παντελής Στόικος μιλά για τη μουσική ως κοινή γλώσσα στα Βαλκάνια, για τον αυτοσχεδιασμό και τις μουσικές συγγένειες της περιοχής, αλλά και για τη σημασία τού να συναντιούνται σήμερα μουσικοί από τις δύο πλευρές των συνόρων ακριβώς σε αυτόν τον τόπο.
Μια συζήτηση λίγο πριν το Night on The Border, εκεί όπου ένα κλειστό σύνορο γίνεται τόπος μουσικής συνάντησης.
1. Κύριε Στόικο, έχετε διανύσει μια πολύ ιδιαίτερη και μακρά μουσική διαδρομή, έχοντας ως σημείο αναφοράς τη βαλκανική μουσική παράδοση, αλλά ταυτόχρονα συνομιλώντας με την τζαζ, τον αυτοσχεδιασμό και τη σύγχρονη μουσική δημιουργία. Αν γυρίσετε πίσω στην αρχή αυτής της διαδρομής, ποια ήταν εκείνη η πρώτη μουσική εμπειρία που σας έκανε να καταλάβετε ότι αυτός θα ήταν ο δρόμος σας;
Η στιγμή που ένιωσα βαθιά μέσα μου ότι με την μουσική μπορώ να επικοινωνήσω μέσα στην κοινωνία ήταν όταν ήμουν παιδί 11 χρονών, ήμουν στο χωράφι λοιπόν μια μέρα καλοκαίρι και βοηθάω τους γονείς μου στο χωριό, ήδη έπαιζα μουσική είχα μια Μελόντικα από τα 6 μου, έως τα 11 ακούγεται στο παίξιμο μου η κλήση προς την δεξιοτεχνία, τρομπέτα δεν έπαιζα ακόμα. Εκείνη την ημέρα στο χωράφι λοιπόν κάνω της δουλειές μου αλλά το μυαλό μου είναι αλλού, νιώθω σαν όραμα σχεδόν ποιος είναι ο δρόμος που θέλω να ακολουθήσω στην μουσική ,δεν μου έφτανε μόνο το παίξιμο, ήθελα να γράψω την δική μου μουσική πάνω στα στυλ και να παίξω όπως το ακούτε σήμερα τελικά. Σε εκείνο το χωράφι ουσιαστικά οργάνωσα όλη αυτή την διαδρομή. Έπαιξε σίγουρα ρόλο ότι η οικογένεια μου είχε μεγάλο μεράκι για την μουσική παρότι είναι αγρότες. Από την επόμενη κιόλας ημέρα αφιερώθηκα αποκλειστικά τόσο στην μουσική που εκεί τελείωσαν οι αγροτικές δουλειές για μένα,από τα 12 μου, ξεκίνησα να παίζω στα πρώτα γλέντια σαν αρμονιστας, μετά ξεκίνησα τρομπέτα στα 13 μου.
2. Η μουσική σας κουβαλά έντονα τον ήχο της Βόρειας Ελλάδας και των Βαλκανίων. Τι σημαίνει για εσάς αυτός ο τόπος μουσικά; Είναι μια συγκεκριμένη γεωγραφία ή περισσότερο ένα μωσαϊκό από μνήμες, ανθρώπους, μετακινήσεις και πολιτισμούς;
Αυτός είναι ο τόπος που γεννήθηκα, μεγάλωσα και έμαθα μουσική, εδώ είναι η ρίζα μου, δεν είναι τυχαίο το ότι ζω στην Θεσσαλονίκη,θα μπορούσα να ζήσω στο εξωτερικό έχοντας απορρίψει αρκετές μουσικές προτάσεις. Η Πηγή όμως για μένα σαν τόπος, σαν ήχος,σαν αίσθηση θετικής ενέργειας είναι η Βόρεια Ελλάδα και τα Βαλκάνια. Θέλω να συνεχίσω να παίζω στα γλέντια, εκεί έμαθα και μαθαίνω ακόμα. Παρόλαυτα δεν μου Φτάνει μόνο αυτό, από τα 16 μου παίζω παράλληλα μουσική και σε παραστάσεις, συναυλίες, ηχογραφήσεις ταξιδεύοντας σε όλες τις Ηπείρους. Η ρίζα είναι το γλέντι και το δέντρο ολόκληρο ή παράσταση στον μουσικό μου κόσμο.
3. Στη διαδρομή σας έχετε επιλέξει να μην αντιμετωπίσετε την παράδοση ως κάτι παγιωμένο. Την παίρνετε, την μετασχηματίζετε και την αφήνετε να συναντήσει άλλες μουσικές. Πόσο δύσκολο είναι για έναν μουσικό να προχωρά μπροστά χωρίς να χάνει την επαφή με τις ρίζες του;
Όσον αφορά την παραδοσιακή μας μουσική ότι έγινε δημιουργήθηκε πάνω στο γλέντι,τι έγινε λοιπόν εκεί; εκεί παίχτηκαν πολλά σόλα πάνω από το μέτρο, βιρτουοζικα παιξίματα, αστείρευτα σόλα, κάποιες από τις στιγμές αυτές ηχογραφήθηκαν όπου μπορείτε να της ακούσετε στο κανάλι μου στο YouTube και στο Facebook (Pantelis Stoikos Music).Σε όλη αυτήν διαδικασία λοιπόν δεν χάνεσαι από τις ρίζες σου αλλά συνδέεσαι περισσότερο με αυτές . Ο σκοπός δεν ήταν να πειράξω την παραδοσιακή μας μουσικη ώστε να κρεμαστώ πάνω της όπως έγινε πολύ από τους μουσικούς της δικής μου γενιάς. Αλλά να πειραματιστώ πάνω στις δικές μου συνθέσεις και φόρμες όπως και συνεχίζω να κάνω.
4. Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της βαλκανικής μουσικής είναι ότι πολλές φορές οι ίδιες μελωδίες, οι ίδιοι ρυθμοί και τα ίδια μουσικά μοτίβα ταξιδεύουν από τη μία χώρα στην άλλη, πολύ πριν χαραχθούν τα σημερινά σύνορα. Πιστεύετε ότι η μουσική μπορεί να μας θυμίσει μια κοινή πολιτιστική γεωγραφία που η πολιτική ιστορία έχει συχνά χωρίσει;
Έχω την αίσθηση ότι μουσική δεν είναι ανθρώπινη εφεύρεση. Η μουσική σαν ενέργεια είναι οντότητα, ταξιδεύει παντού στο σύμπαν, επηρεάζει τα πάντα άρα και όλους εμάς σε αυτόν τον πλανήτη. Εμείς όλοι υπηρετούμε αυτή την οντότητα. Όλοι όμως. Όχι μόνον οι καλλιτέχνες. Άρα η μουσική ίσως υπάρχει,για μένα σίγουρα ,για να ενώνει τους ανθρώπους και όχι να τους διχάζει.
5. Και ίσως εδώ βρίσκεται μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πλευρές του The Singing of the Nightingale. Το φεστιβάλ φέρνει σε έναν κοινό τόπο μουσικούς και ανθρώπους από την Ελλάδα και τη Βόρεια Μακεδονία. Εσείς, έχοντας αυτή τη μακρά σχέση με τις μουσικές των Βαλκανίων, πώς αντιλαμβάνεστε αυτή τη συνάντηση;
Προσωπικά δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτήν την συνάντηση έχοντας παίξει μουσική μαζί με μουσικούς από όλο τον κόσμο στην ζωή μου. Πληροφορήθηκα όμως οτι κάποιο μέλος από το ένα γκρούπ της Βόρειας Μακεδονίας ζήτησε να μην συμμετέχουμε εγώ και η μπάντα μου στο φεστιβάλ σας … Και εξεπλάγην, γιατί με τον συγκεκριμένο μουσικό, δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ στην ζωή μας ούτε μουσικά ούτε προσωπικά.
6. Οι σχέσεις Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας έχουν πίσω τους μια σύνθετη ιστορία, με εντάσεις, διαφορετικές αφηγήσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις, αλλά και με μια κοινή καθημερινότητα ανθρώπων που ζουν κοντά ο ένας στον άλλον. Μπορεί ένας πολιτιστικός θεσμός, και ειδικά ένα μουσικό φεστιβάλ, να δημιουργήσει έναν χώρο όπου αυτές οι διαφορετικές μνήμες δεν χρειάζεται να συγκρουστούν, αλλά μπορούν απλώς να συνυπάρξουν;
Οι σχέσεις ήδη υπάρχουν , πηγαίνοντας εμείς στο μοναστήρι (Bitola) ερχόμενοι και οι γείτονες στην Φλώρινα αλλά και σε όλη την Βόρεια Ελλάδα.Σίγουρα ένα μουσικό φεστιβάλ σαν το *Singing of the Nightingale* βοηθά για να εμπιστευτεί περισσότερο ο ένας τον άλλον.
7. Έχετε βρεθεί πολλές φορές σε μουσικές συναντήσεις όπου διαφορετικές παραδόσεις συναντώνται χωρίς η μία να χρειάζεται να «νικήσει» την άλλη. Είναι ο αυτοσχεδιασμός, κατά κάποιον τρόπο, ένα μοντέλο συνύπαρξης; Να ακούω τον άλλον, να του αφήνω χώρο, να απαντώ και τελικά να δημιουργούμε μαζί κάτι που κανείς μόνος του δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει;
8. Το The Singing of the Nightingale έχει, λοιπόν, μια διάσταση που ξεπερνά τη μουσική. Σε μια εποχή όπου τα σύνορα, οι ταυτότητες και οι ιστορικές μνήμες εξακολουθούν να δημιουργούν διαχωρισμούς, τι σημαίνει για εσάς να ανεβαίνουν στην ίδια σκηνή άνθρωποι από τις δύο πλευρές των συνόρων και να δημιουργούν μαζί;
Στην 7 και 8 ερώτηση νομίζω ότι έχουν απαντηθεί σαν νόημα,από τα παραπάνω!!!!
9. Κοιτάζοντας τη δική σας πορεία όλα αυτά τα χρόνια, αισθάνεστε ότι η μουσική σας έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεστε την έννοια της ταυτότητας; Είστε περισσότερο ένας Έλληνας μουσικός που συνομιλεί με τα Βαλκάνια ή ένας Βαλκάνιος μουσικός που έχει την Ελλάδα ως αφετηρία;
Σίγουρα ναι, η μουσική με βοήθησε να καταλάβω περισσότερο υπηρετώντας την ότι δεν έχω να χωρίσω κάτι με κάποιον, ότι ο σκοπός αυτής είναι να ενώσει τους ανθρώπους και όχι να τους διχάζει. Είμαι ένας Βαλκάνιος μουσικοσυνθέτης από την Βόρεια Ελλάδα!!
10. Θα ήθελα να κλείσουμε επιστρέφοντας στον τίτλο του φεστιβάλ, The Singing of the Nightingale. Αν το «τραγούδι του αηδονιού» μπορούσε να γίνει μια μεταφορά για αυτή τη συνάντηση των δύο πολιτισμών, τι θα θέλατε να τραγουδήσει; Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο θεατής — Έλληνας, Βορειομακεδόνας ή οποιοσδήποτε άλλος — όταν φύγει από το φεστιβάλ;
Να φύγει με γεμάτη ψυχή που λέμε, αυτό με ενδιαφέρει εμένα, είτε παίζω σε ένα γλέντι είτε παίζω σε ένα φεστιβάλ, παράσταση, στούντιο. Η μουσική είναι τα πάντα. Μας αφορά όλους. Εκφράζουμε με την μουσικη όλοι μας, την χαρά,την λύπη, την απώλεια την διασκέδαση,και άλλα τόσα,για δείτε ή μάλλον νιώστε;δεν υπάρχει αρχή η τέλος, όπως είναι και στο σύμπαν.
Παντελής Στόικος — τρομπετίστας, συνθέτης και μουσικός παραγωγός. Με βαθιά γνώση της μουσικής παράδοσης των Βαλκανίων και πολυετή παρουσία στη σύγχρονη world jazz σκηνή, αναπτύσσει ένα ιδιαίτερο προσωπικό ιδίωμα όπου οι ηχοχρωματικές και ρυθμικές καταβολές της Δυτικής Μακεδονίας συναντούν τη σύγχρονη jazz, τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό και στοιχεία της δυτικής μουσικής παράδοσης. Η καλλιτεχνική του διαδρομή χαρακτηρίζεται από τη διαρκή αναζήτηση νέων μορφών συνύπαρξης της παράδοσης με το σύγχρονο, μέσα από προσωπικές συνθέσεις, αυτοσχεδιαστικές πρακτικές και συνεργασίες με σημαντικούς μουσικούς από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχει παρουσιάσει τη δουλειά του σε διεθνείς σκηνές και φεστιβάλ(όπως το Athens Jazz, το Paradise Jazz Festival κ.ά.) σε ολόκληρη την Ευρώπη, την Αφρική, την Ασία και την Αμερική. Ακόμα, έχει συνεργαστεί με κορυφαίους εκπροσώπους της βαλκανικής, jazz και world μουσικής, διαμορφώνοντας έναν αναγνωρίσιμο ήχο που κινείται ελεύθερα ανάμεσα στις μουσικές γεωγραφίες και τις παραδόσεις.
Ελένη Αντωνίου — τραγουδίστρια, θεατρολόγος, ερευνήτρια και εκπαιδεύτρια. Με πολυετείς σπουδές στο θέατρο και τη φωνητική εκπαίδευση, η δημιουργική της διαδρομή κινείται ανάμεσα στη θεατρική πράξη, τη φωνή και τη μουσική παράδοση της Ανατολικής Μεσογείου, σε διάλογο με δυτικά στοιχεία. Στον πυρήνα της έρευνάς της βρίσκεται η έννοια του ορίου και η αναζήτηση των τρόπων με τους οποίους αυτό μπορεί να μετακινηθεί, να ραγίσει και να καταλυθεί, ανοίγοντας έναν κοινό χώρο όπου ερμηνευτές, κοινό και κοινότητα συναντιούνται και συνυπάρχουν.