Έλεος πια… Ντροπή μας, Φλωρινιώτες
Τελικά, ίσως στη Φλώρινα δεν μας ενοχλούν πια τα προβλήματα.
Μας ενοχλεί εκείνος που τολμά να τα αγγίξει. Και αυτό είναι ίσως το πιο θλιβερό από όλα.
Γιατί αυτή η πόλη δεν είναι απλώς ένας τόπος στον χάρτη. Είναι οι αυλές των παιδικών μας χρόνων. Είναι τα χιόνια που περιμέναμε κοιτάζοντας από το παράθυρο.
Είναι οι μυρωδιές από τα σπίτια των γιαγιάδων μας. Είναι οι καμπάνες που ακούγονταν μέσα στην ομίχλη. Είναι οι άνθρωποι μας. Οι άνθρωποι που έφυγαν. Οι άνθρωποι που έμειναν. Οι άνθρωποι που κάποτε ονειρεύτηκαν εδώ ένα μέλλον.
Κι όμως…τι μας ενοχλεί τελικά;
Μας ενοχλούν οι ουσίες που κυκλοφορούν στην πόλη μας;
Τα ναρκωτικά που φτάνουν στα παιδιά μας;
Οι νέοι που φεύγουν και δεν επιστρέφουν ποτέ;
Η ανεξέλεγκτη κατανάλωση αλκοόλ από ανήλικους στα πανηγύρια;
Μας ενοχλεί που τα πανηγύρια μας, που κάποτε ήταν μνήμη, παράδοση, πίστη και πολιτισμός, σε πολλές περιπτώσεις έχουν χάσει τον χαρακτήρα τους και μετατρέπονται σε ανεξέλεγκτα γλέντια ή σε διοργανώσεις που δεν εκφράζουν την ιστορία και την πολιτιστική ταυτότητα αυτού του τόπου;
Μας ενοχλεί που η πόλη αδειάζει;Που τα παιδιά μας φεύγουν;Που τα σπίτια κλείνουν;
Που ολόκληρες γειτονιές σιωπούν;Που περιμένουμε έργα για δεκαετίες;Που υπάρχουν οικόπεδα και χώροι εγκαταλελειμμένοι, ενώ θα μπορούσαν να γίνουν ζωή;
Που η Φλώρινα, αυτή η όμορφη και πληγωμένη πόλη, παλεύει καθημερινά να κρατήσει τα παιδιά της κοντά της;
Για όλα αυτά…
Σιωπή. Και είναι κι άλλα…πολλά περισσότερα.
Αλλά για ένα εκκλησάκι;
Εκεί ξαφνικά ξυπνήσαμε όλοι. Εκεί βρήκαμε χρόνο. Εκεί βρήκαμε αγανάκτηση. Εκεί βρήκαμε φωνές. Εκεί βρήκαμε υπογραφές.
Ένας Επίσκοπος, που βρίσκεται μόλις τρία χρόνια στη Φλώρινα, φαίνεται πως επέλεξε να κοιτάξει αυτή την πόλη όχι ως έναν τόπο στον οποίο απλώς υπηρετεί, αλλά ως έναν τόπο που μπορεί να αφήσει κάτι πίσω του.
Να πάρει έναν χώρο που για περίπου μισό αιώνα έμεινε αναξιοποίητος και να δημιουργήσει εκεί έναν μικρό τόπο πίστης και μνήμης.
Ένα εκκλησάκι. Έναν χώρο που θα φιλοξενήσει τον Άγιο της πόλης μας.
Και ναι μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να διαφωνεί. Μπορεί να έχει αντιρρήσεις.
Μπορεί να θεωρεί ότι κάτι πρέπει να γίνει διαφορετικά. Όλα αυτά είναι θεμιτά.
Αυτό που δεν είναι θεμιτό είναι να ξεχνάμε ότι πίσω από κάθε προσπάθεια υπάρχει ένας άνθρωπος που ονειρεύτηκε.
Και ίσως αυτό μας λείπει περισσότερο από όλα.
Το όνειρο.
Γιατί μια πόλη πεθαίνει πρώτα όταν οι άνθρωποι της πάψουν να ονειρεύονται γι’ αυτήν.
Έρχεται λοιπόν μια στιγμή, που ένα από τα οράματα αυτού του επισκόπου, εξασφαλίζει χρηματοδότηση, ένα έργο που αφορά την άνοια και το Alzheimer και θα αποτελεί πρότυπο ιατρικό κέντρο στην Ευρώπη, καθώς η άνοια είναι μια μάστιγα που μεγαλώνει.
Εμείς τι κάνουμε;
Τον λιθοβολούμε για μια λέξη. Μια έκφραση. Μια λέξη για την οποία κάποιοι προσβλήθηκαν, ενώ από την αρχαιότητα γνωρίζουμε ότι ο αγγελιοφόρος, ακόμη κι όταν έφερνε δυσάρεστα νέα, ήταν εκείνος που έπρεπε πρώτα να ακουστεί και να γίνει σεβαστός.
Σήμερα κάποιοι μπορεί να ισχυρίζονται ότι το έργο αυτό «δεν μας αφορά».
Ας μην είμαστε τόσο σίγουροι. Γιατί αύριο μπορεί να αφορά τη μάνα μας, τον πατέρα μας, έναν άνθρωπο που αγαπάμε, ίσως κάποτε να αφορά εμάς και εμάς τους ίδιους…
Και όποιος έχει δει έναν δικό του άνθρωπο να ξεχνά το όνομα του, τη φωνή του, τις αναμνήσεις του…ξέρει πως η άνοια δεν είναι απλώς μια ασθένεια.
Είναι ένας αργός αποχαιρετισμός. Είναι να βλέπεις έναν άνθρωπο να βρίσκεται μπροστά σου και ταυτόχρονα να τον χάνεις λίγο λίγο.
Και γι’ αυτό κάθε προσπάθεια που μπορεί να βοηθήσει έναν συνάνθρωπο μας αξίζει τουλάχιστον να στηριχτεί.
Κι όμως…
Ακόμα και για αυτό το έργο εμείς επιλέξαμε να σταθούμε απέναντι, για μια λέξη, για μια έκφραση. Φτάσαμε να ζητάμε ελέγχους. Να συγκεντρώνουμε υπογραφές.
Να λιθοβολούμε ανθρώπους, να βρίζουμε, να λασπολογούμε.
Και αναρωτιέμαι:
Πού ήμασταν όταν δεν γίνονταν τα έργα;
Πού ήταν οι υπογραφές μας όταν χάνονταν ευκαιρίες;
Πού ήταν η αγανάκτηση μας όταν η πόλη άδειαζε;
Πού ήταν οι φωνές μας όταν τα παιδιά μας έφευγαν για Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Γερμανία, Αμερική και δεν γύριζαν ποτέ;
Πού ήμασταν όταν η Φλώρινα έχανε λίγο λίγο τη ζωή της;
Πού ήμασταν όταν συνηθίσαμε να βλέπουμε τα προβλήματα και να λέμε:
«Έλα μωρέ… τι να κάνουμε;» Και τώρα βρήκαμε τον ένοχο.
Ένα εκκλησάκι.
Ειλικρινά, συμπολίτες μου…
Έλεος.
Δεν σας ζητώ να συμφωνήσετε. Σας ζητώ κάτι πολύ πιο δύσκολο.
Να αγαπήσουμε ξανά τη Φλώρινα.
Να την αγαπήσουμε όχι μόνο όταν μας βολεύει.
Να την αγαπήσουμε και όταν διαφωνούμε.
Να ενημερωθούμε πριν καταδικάσουμε.
Να ακούσουμε πριν μιλήσουμε.
Να ελέγξουμε πριν λιθοβολήσουμε.
Να διαφωνήσουμε χωρίς να μισήσουμε.
Γιατί αν ένα έργο είναι λάθος, ας το αποδείξουμε.
Αν υπάρχει πρόβλημα, ας το αναδείξουμε.
Αν χρειάζεται αλλαγή, ας την προτείνουμε.
Αλλά ας σταματήσουμε να κρίνουμε τους ανθρώπους επειδή τόλμησαν να ονειρευτούν.
Γιατί η Φλώρινα δεν χρειάζεται άλλους εχθρούς. Χρειάζεται ανθρώπους που θα την αγαπήσουν. Χρειάζεται ανθρώπους που θα χτίσουν. Χρειάζεται ανθρώπους που θα πουν στα παιδιά μας:
«Μείνετε. Αξίζει να παλέψουμε γι’ αυτόν τον τόπο.»
Και ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο χρέος μας.
Όχι να συμφωνούμε όλοι. Αλλά να μπορούμε να κοιτάμε ο ένας τον άλλον στα μάτια.
Να μπορούμε να διαφωνούμε χωρίς να μισούμε. Να μπορούμε να δημιουργούμε χωρίς να φοβόμαστε ότι κάποιος θα μας γκρεμίσει. Να μπορούμε να αφήσουμε στα παιδιά μας κάτι περισσότερο από άδειους δρόμους και κλειστά σπίτια. Να τους αφήσουμε μια Φλώρινα ζωντανή. Μια Φλώρινα που θα αγαπούν. Μια Φλώρινα που θα θυμούνται όταν θα βρίσκονται μακριά. Μια Φλώρινα που θα θέλουν κάποτε να ξαναγυρίσουν.
Γιατί η πατρίδα μας δεν είναι μόνο τα μεγάλα λόγια.
Είναι ένα καμπαναριό μέσα στην ομίχλη.
Είναι ένα φως αναμμένο σε ένα σπίτι μια παγωμένη νύχτα.
Είναι μια γιαγιά που περιμένει το εγγόνι της.
Είναι ένα παιδί που παίζει στον δρόμο.
Είναι μια φωτογραφία από μια Φλώρινα που δεν υπάρχει πια.
Είναι η μνήμη μας.
Και πάνω απ’ όλα…
είναι η ελπίδα μας.
Ντρέπομαι σήμερα.
Όχι γιατί διαφωνούμε.
Αλλά γιατί ξεχάσαμε να αγαπάμε ο ένας τον άλλον.
Λυπάμαι για τη Φλώρινα. Όχι γιατί είναι καταδικασμένη.
Αλλά γιατί έχει τόσα πολλά να δώσει και εμείς πολλές φορές κοιτάμε μόνο όσα μας χωρίζουν.
Και φοβάμαι για τα παιδιά μας.
Γιατί κάποτε θα μας ρωτήσουν: «Εσείς τι κάνατε για να σώσετε τον τόπο σας;»
Και τότε δεν θα έχει σημασία ποιος είχε δίκιο σε μια διαμάχη.
Δεν θα έχει σημασία ποιος κέρδισε μια αντιπαράθεση στο Facebook.
Θα έχει σημασία μόνο αν αφήσαμε πίσω μας κάτι όμορφο.
Αν χτίσαμε.
Αν δημιουργήσαμε.
Αν αγαπήσαμε.
Αν προσπαθήσαμε.
Γιατί ίσως η μεγαλύτερη τραγωδία για τη Φλώρινα δεν είναι ότι φεύγουν οι άνθρωποί της.
Είναι ότι μένουμε εδώ…και ξεχνάμε γιατί την αγαπήσαμε.
Κι ενώ είχαμε έναν ολόκληρο τόπο να χτίσουμε…εμείς επιλέξαμε να χτίζουμε ο ένας πάνω στον άλλον.
Ας σταματήσουμε.
Ας κοιτάξουμε ξανά τη Φλώρινα. Με τα μάτια των παιδιών μας. Με τα μάτια των γονιών μας. Με τα μάτια εκείνων που έφυγαν και κάποτε θα ήθελαν να επιστρέψουν. Και ας θυμηθούμε κάτι απλό:
Η Φλώρινα δεν μας ανήκει. Μας εμπιστεύτηκαν να την παραδώσουμε στα παιδιά μας λίγο καλύτερη απ’ ό,τι την παραλάβαμε. Αυτό είναι το πραγματικό μας χρέος.
Και αυτόν τον τόπο…δεν πρέπει να τον αφήσουμε να χαθεί μέσα στη διχόνοια.
Τη Φλώρινα πρέπει να την ξαναχτίσουμε. Με πέτρα, με πίστη, με πολιτισμό, με μνήμη.
Αλλά πάνω απ’ όλα… με αγάπη.
Σ.Π.





















