Σελίδες της μικροϊστορίας: Η προσωπική ιστορία ενός εκ των «ξεχασμένων» από την τοπική μας ιστορία, νεκρών του εμφυλίου πολέμου, του εφέδρου Ανθυπολοχαγού Ιωάννη Παναγιώτου (14.1.1917 – 8.5.1949)
Σοφίας Ηλιάδου – Τάχου,
Καθηγήτριας Νέας Ελληνικής Ιστορίας, Κοσμήτορος Σχολής Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας
Ο Ιωάννης Παναγιώτου, Γιάγκος για τους οικείους του, ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Νικολάου και της Φανής Παναγιώτου, το γένος Μάντζου. Γεννήθηκε στη Φλώρινα, εν μέσω του Α Παγκοσμίου πολέμου, τον Ιανουάριο του 1917, έλαβε μέρος σε πολλές προηγούμενες επιστρατεύσεις, σχετικές με τον Β παγκόσμιο πόλεμο, ενώ η τελική επιστράτευσή του «εξ εφέδρων», έγινε το 1947, με τον βαθμό του έφεδρου Ανθυπολοχαγού του Εθνικού Στρατού, στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Ο Ιωάννης Παναγιώτου σκοτώθηκε λίγες μόλις μέρες πριν από το τέλος του εμφυλίου πολέμου, στις 5 Αυγούστου του 1949, στο ύψωμα «Καψάλια» του Γράμμου, στην περιοχή Νεστορίου.
Σκοπός του κειμένου μου είναι να καταδειχτεί ότι οι μικροιστορικές μαρτυρίες αποτελούν τεκμήρια, για μια κοινωνία που επιτρέπει να μεταβιβάζεται από τη μια γενιά στην άλλη μια τραυματική διαγενεακή μνήμη, να κουβαλά ο καθένας τα τραύματά του, χωρίς να επιδιώκει όμως την «θεραπεία» τους, μέσα από τον λόγο, ή μέσα από την αποτύπωση των συνθηκών και την εξωτερίκευση των συναισθημάτων.
Η μικροιστορική εστίασή μου, στην περίπτωση του Παναγιώτου, οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι κατέχω πολλά προσωπικά τεκμήρια του ίδιου, όπως χαρτιά και φωτογραφίες, και κυρίως μια πληθώρα παλιών εκδόσεων ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας, που μου κληροδοτήθηκαν από την αδεφή του Αικατερίνη, συγγενή μου εξ αγχιστείας.
Εκκινώ λοιπόν από την διαπίστωση ότι αυτός δεν αγαπούσε τους πολέμους, ήταν έμπορος. Το κατάστημά του ήταν στη γωνία των οδών Παλαιολόγου και Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σε φωτογραφία του αρχείου του απεικονίζεται έξω από το μαγαζί του ο πατέρας του, Νικόλαος Παναγιώτου με τον αδερφό του και ο Κρητικός δημοσιογράφος Γαργανουράκης, εκδότης της Φλωρινιώτικης σατιρικής έμμετρης εφημερίδας «Το Κουνούπι». Εμπορευόταν καπνό, καπνικά είδη της εταιρείας «Ματσάγκος» και παιδικά ρούχα.
Στα χρόνια που φοιτούσε στο Γυμνάσιο Φλώρινας, όπως τεκμαίρεται από το φωτογραφικό υλικό που ο ίδιος κατέλιπε, αγαπούσε τον αθλητισμό. Το φανερώνουν οι φωτογραφίες του με τον συμμαθητή του, Δημήτριο Λιώτση, τον γνωστό μουσικό και ήρωα του πολέμου του 40, στις οποίες και οι δύο έφεραν αθλητική περιβολή,
Ωστόσο, ο ίδιος ήταν κυρίως λόγιος, άοκνος μελετητής και λάτρης της ελληνικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, κυρίως της κλασικής. Η ενασχόλησή του μάλιστα με τις σπάνιες εκδόσεις κλασικών λογοτεχνικών κειμένων, δεν είχε ευκαιριακό χαρακτήρα, επειδή, από τη μια η ενασχόληση αυτή προϋπέθετε δαπάνη χρημάτων, ενώ από την άλλη η εξεύρεση των εκδόσεων αυτών από τα βιβλιοπωλεία των Αθηνών δεν ήταν την εποχή εκείνη εύκολη υπόθεση.
Ο Ιωάννης μάλιστα σφράγιζε τα βιβλία, με επίσημη ατομική σφραγίδα, στην οποία διαβάζουμε και σήμερα: «Βιβλιοθήκη Ιωάννου Ν. Παναγιώτου Φλώρινα», Στην καταγραφή αυτή συμπεριλάμβανε τον αριθμό σειράς και τον ταξινομικό αριθμό του βιβλίου που ανήκε στην προσωπική του βιβλιοθήκη. Ένα απολύτως μάλιστα ενδεικτικό παράδειγμα από το σύνολο των βιβλίων της Βιβλιοθήκης που έφτασαν ως εμάς ήταν : α) Θ. Ντοστογιέφσκι, «Έγκλημα και Τιμωρία», τ. Α, Σειρά «Εκλεκτά έργα αρ. 80, Εκδοτικός οίκος Μ. Γ. Βασιλείοι κ. Σία β) Λεονιντ Αντρέγιεβ, Η ζωή ενός φτωχού υπαλλήλου, Εκδόσεις Γκοβόστη, Σολωμού 12, Αθήναι γ) H. Suderman, Η ευχή, σειρά Νέα Λογοτεχνία, Εκδοσεις Παπαδημητρίου, Αθήναι δ) Λιλίκας Νάκου Η Ξεπάρθενη, Αθήναι, Πυρσός, 1937 ε) J. Payot , H κατάχτηση της ευτυχίας, Αθήναι, εκδόσεις Σαλίβερου και πολλά άλλα.
Η ζωή και τα ενδιαφέροντά του όμως ανατράπηκαν με την υποχρεωτική κατάταξή του στις 9 Φεβρουαρίου 1948, με το βαθμό του «Ανθυπολοχαγού» (Π2), στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Αθηνών αρχικά και στη συνέχεια η αποστολή του στον φλεγόμενο Γράμμο. Πρόκειται για τις στιγμές που η προσωπική ιστορία εμπλέκεται στα γρανάζια της συλλογικής και η δυναμική της συγκυρίας καθηλώνει.
Οι μάχες στον Γράμμο και στο Βίτσι, τον Αύγουστο του 1949, ήταν η τελευταία πράξη στο δράμα του εμφυλίου πολέμου. Είχαν προηγηθεί τo καλοκαίρι του 1948 οι επιθέσεις των κυβερνητικών δυνάμεων που είχαν εξαπολύσει μεγάλη επίθεση κατά του Γράμμου, με στόχο την καταστροφή των εκεί θέσεων και μονάδων του ΔΣΕ, στο πλαίσιο του οποίου ο αντικειμενικός στόχος του ΕΣ δεν είχε επιτευχθεί πλήρως.
Τον επόμενο χρόνο, το Βίτσι και Γράμμος, αποτελούσαν το σημαντικότερο καταφύγιο του ΔΣΕ, ο οποίος, είχε αναγκαστεί να συγκεντρώσει εκεί όλες σχεδόν τις δυνάμεις του και είχε εγκαταστήσει στα κρίσιμα σημεία τους πολυβολεία, ναρκοπέδια, συρματοπλέγματα, καταφύγια και κάθε είδους αμυντική κατασκευή, των οποίων η καταστροφή θα σήμαινε την οριστική ήττα του ΔΣΕ και τη λήξη του εμφυλίου πολέμου.
Για την εκπόρθηση αυτών των οχυρών θέσεων και την ολοσχερή εξόντωση των ανταρτικών δυνάμεων εκπονήθηκε από το Γενικό Επιτελείο το σχέδιο «Πυρσός».
Ο Παναγιώτου ήρθε αντιμέτωπος με την έσχατη αυτή στιγμή της ιστορίας, δηλαδή με την πρώτη φάση της επιχείρησης, «Πυρσός», η οποία άρχισε τη νύχτα 2 προς 3 Αυγούστου 1949, στον Γράμμο. Ο χαρακτήρας της ήταν παραπλανητικός αφού αποσκοπούσε στο να πείσει τον ΔΣΕ ότι επρόκειτο για την κύρια επίθεση του ΕΣ, ώστε να τον καθηλώσει στις θέσεις του ή και να παρασύρει άλλες δυνάμεις των ανταρτών από το Βίτσι. H επιχείρηση ανατέθηκε σε μονάδες του A’ Σώματος Στρατού.Οι εχθροπραξίες της πρώτης φάσης του σχεδίου «Πυρσός» κράτησαν έξι ημέρες, δηλαδή ως τις 10 Αυγούστου 1949.
Ο Ιωάννης υπηρετούσε στο 592 τάγμα πεζικού, και σύμφωνα με την Ημερήσια Διαταγή του Τάγματος Αξιωματικών της 15ης Αυγούστου 1949, σκοτώθηκε στις 5 Αυγούστου μεσούσης της επιχείρησης «Πυρσός Α», κατά την επίθεση του ΄4ου Λόχου, για την κατάληψη του υψώματος «Καψάλια». Στο έγγραφο υποβάλλεται η πρόταση να προαχθεί στο βαθμό του «Έφεδρου Λοχαγού¨. Η πρόταση υλοποιήθηκε με το ΒΔ 7/10/1949, ΕΔΥΣ 512/49. Στην Φανή, χήρα Νικολάου Παναγιώτου γνωστοποιείται από τον Δήμο της Φλώρινας η υπ. αρ. 33/83 ανακοκοίνωση της 12.8.1949, στην οποία αναγραφόταν ότι « η 592 ταξιαρχία γνωστοποιούσε ότι ότι ο Ιωάννης Παναγιώτου έπεσε ηρωϊκώς μαχόμενος υπέρ πατρίδος την 5.8.1949 εις το ύψωμα Καψάλια περιοχής Νεστορίου κατά των αναρχοκομουνιστών».
Πολλά χρόνια μετά, επισκέφθηκα, μαζί με τους φοιτητές μου, στην ίδια περιοχή του Νεστορίου, το «Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης», που ανήκει πλέον στο Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, για να παρουσιάσουμε μαζί με φοιτητές από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και από το Αριστοτέλειο εργασίες για τον εμφύλιο στον Γράμμο. Ένας από τους φοιτητές μου, μου πρότεινε να με πάει ως το ύψωμα «Καψάλια» για να βιώσω όσα είχαμε ερευνήσει.
Φτάσαμε μετά από ένα μισάωρο. Η βουνοκορφή ήταν απόκρημνη, Οσμίστηκα τον αέρα. Ο ουρανός πάνω από την βουνοκορφή «Καψάλια» ήταν γαλάζιος. Κάτω χαμηλά κάποιος έβοσκε ένα κοπάδι. Ο βοσκός κουβαλούσε μαζί του μια τραχιά φλογέρα. Έσπευσε να μας προϋπαντήσει και να μας ρωτήσει τον λόγο της επίσκεψής μας στον δύσβατο εκείνο τόπο.
«Μπορείς να παίξεις την φλογέρα σου για όλους εκείνους που χάθηκαν στα Καψάλια;Για όλους από τις δυο πλευρές, κάτι σαν μνημόσυνο;» τον ρώτησα.
Με κοίταξε στα μάτια και έπαιξε τη φλογέρα του για όλους όσους σκοτώθηκαν εκείνη την ημέρα στην βουνοκορφή «Καψάλια». Το τραγούδι της φλογέρας τους μας τους έφερε όλους πιο κοντά. Και μας λύτρωσε. Από την άλλη η παρουσίαση των διπλωματικών εργασιών των φοιτητών μας στο Παρκο, Εθνικής Συμφιλίωσης, στην περιοχή Νεστορίου του Γράμμου, αποδείχτηκε η δική μας απάντηση στον καταστροφικό εμφύλιο, που είχε ρημάξει τις ζωές όλων.
ΣΗΤ

























