Πολίχνη
Ξημερώνει σιγά σιγά
με το πέπλο της νύχτας να χάνεται
τα φώτα αναμμένα ακόμα
ανακλήθηκαν τα όνειρα
φιγούρες αγαπημένες
ζωντανοί και αποθαμένοι
ο Μουλιανιτάκης έψαχνε νερό
να ποτίσει τον κήπο στον μύλο
αφημένος ξερός από την ανομβρία
μέσα στην αγωνία μήπως στερέψει
η πηγή της Ζου στον Σταυρωμένο
τα ξυνόδεντρα διψούν
οι ελιές πόσο θα αντέξουν ακόμα
ούτε χόρτα ούτε κοχλιοί
ήρθαν και τα λαγόψαρα ακούς
και δαγκάνους τους ανθρώπους
σάλπιγμα πρώτο και τελευταίο
κι εμείς ασχολούμαστε με τις κολόνες
έμειναν οι τρεις τελευταίες
έτοιμο το σπορείο με τις αγγουριές
να γεμίσουμε τους ανθώνες του δήμου
ποτέ δεν υπήρξε πόλη το Αμύνταιο
ούτε καν κωμόπολη
έφυγαν και οι πελαργοί από το καμπαναριό
σημάδι πως χάσαμε τον προσανατολισμό
με τους ρουφιάνους πάντα να κυριαρχούν
στην πρώτη θέση.