Γ. Τσιρώνης: “Δεν είναι θέμα timing. Είναι θέμα υποχρέωσης. Λογοδοσία τώρα”
Διαβάζοντας προχθές την συνέντευξη του κ. Δημάρχου Αμυνταίου στην OTAPOST, με τα πολλά έργα, που για πολλοστή φορά, ανακοίνωσε ότι ΘΑ κάνει η δημοτική αρχή, με τα πολλά έργα που ΘΑ μελετήσει, ήμουν σχεδόν αδιάφορος καθώς έβλεπα όσα έχουμε ακούσει όλοι, να επαναλαμβάνονται χωρίς αντίκρισμα. Αυτό όμως που μου προκάλεσε θλίψη κι αγανάκτηση μαζί, ήταν η τελευταία δήλωση του Δημάρχου ότι:
«Όταν έρθει η ώρα να μιλήσουμε ξανά, θα το κάνουμε με τον ίδιο τρόπο. Παρουσιάζοντας έργα που θα έχουν ήδη υλοποιηθεί, γιατί πιστεύουμε ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών κερδίζεται με πράξεις και όχι με λόγια.»
Η επίκληση ότι η δημοτική αρχή θα μιλήσει όταν κρίνει αυτή ότι ήρθε η ώρα κι όταν έχει έργα να παρουσιάσει, δεν αποτελεί απλώς μια ατυχής πολιτική διατύπωση. Πέρα από ένδειξη απύθμενης αλαζονείας, συνιστά ευθεία άρνηση συμμόρφωσης προς έναν θεμελιώδη θεσμό της τοπικής δημοκρατίας, τη θεσμοθετημένη, ετήσια και δημόσια λογοδοσία. Και η άρνηση αυτή δεν είναι πολιτικά ουδέτερη· είναι νομικά ελέγξιμη και δημοκρατικά απαράδεκτη. Αυτό το έχω επισημάνει αρκετές φορές στο Δημοτικό Συμβούλιο και δεν είναι απλά η άποψη μου. Λίγες ώρες μετά την ανάγνωση της συνέντευξης του κ. Δημάρχου κάνοντας μια έρευνα νομολογίας για άλλη υπόθεση του γραφείου μου, έπεσε στην αντίληψή μου η προσφάτως εκδοθείσα υπ.αριθμ. 2401/2025 απόφαση του Γ’ Τμήματος του ΣτΕ .
Η απόφαση αυτή του ΣτΕ είναι απολύτως σαφής και δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας. Ο κατά το άρθρο 217 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων έλεγχος και η διαδικασία απολογισμού «κινούνται υποχρεωτικώς κάθε χρόνο» από τον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου. Ο νομοθέτης δεν αφήνει κανένα «παράθυρο» διακριτικής ευχέρειας ως προς το αν και πότε θα γίνει λογοδοσία. Η λογοδοσία είναι υποχρεωτική, περιοδική και ανεξάρτητη από τη βούληση της εκάστοτε δημοτικής αρχής.
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας προσδίδει στον απολογισμό πεπραγμένων χαρακτήρα ουσιαστικό και όχι διακοσμητικό. Όπως ρητώς αναφέρεται, η διαδικασία αυτή εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό, διέπεται από κανόνες δημοσίου δικαίου και αποτελεί «σημαντικό στοιχείο της τοπικής δημοκρατίας». Δεν πρόκειται για μια επικοινωνιακή εκδήλωση ή για ένα βήμα αυτοπροβολής της διοίκησης, αλλά για θεσμική διαδικασία ελέγχου, η οποία οργανώνεται με συγκεκριμένους όρους, δημόσια συνεδρίαση, προσδιορισμό κατάλληλου χώρου, πρόσκληση όχι μόνο των οργάνων του δήμου αλλά και πολιτών, φορέων και συλλογικών εκπροσώπων της τοπικής κοινωνίας, με δικαίωμα παρέμβασης και διατύπωσης παρατηρήσεων. Η ίδια η δομή της διαδικασίας καταδεικνύει ότι ο απολογισμός δεν είναι μονόλογος της διοίκησης, αλλά αμφίδρομη διαδικασία κοινωνικού και θεσμικού ελέγχου.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η σκέψη της απόφασης ότι η λογοδοσία συνδέεται άμεσα με συνταγματικές αρχές, όπως η διαφάνεια, η ορθολογική οργάνωση της διοίκησης και, κυρίως, η χρηστή διαχείριση των οικονομικών πόρων των ΟΤΑ κατά το άρθρο 102 παρ. 5 του Συντάγματος. Το ΣτΕ επισημαίνει ότι μέσω της υποχρέωσης αυτής «διασφαλίζεται η χρηστή διαχείριση των δημοτικών οικονομικών πόρων και η αποτελεσματική διοίκηση». Συνεπώς, η παράλειψη λογοδοσίας δεν είναι μια απλή τυπική πλημμέλεια, αλλά μια ευθεία παράβαση που αγγίζει τον πυρήνα της συνταγματικής νομιμότητας στη λειτουργία της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι ο απολογισμός πεπραγμένων «είναι ικανός να παραγάγει σημαντικά αποτελέσματα» για τα λογοδοτούντα όργανα, ιδίως ως προς την αποδοχή ή την αποδοκιμασία της δράσης τους, με συνέπειες που δύνανται να επηρεάσουν ακόμη και τη φήμη και την ηθική τους υπόσταση, καθώς και τη στάση των πολιτών στις εκλογές. Δηλαδή, το ίδιο το ΣτΕ αναγνωρίζει ότι η λογοδοσία ενέχει στοιχείο πολιτικής κρίσης και ενδεχόμενης μομφής. Και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο της αποδίδει ιδιαίτερη σημασία, διότι αποτελεί μηχανισμό δημοκρατικής λογοκρισίας της εξουσίας πριν από την κάλπη.
Με βάση όλα τα ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει στο καίριο συμπέρασμα ότι η διαδικασία αυτή έχει «εκτελεστό χαρακτήρα» και ως εκ τούτου υπόκειται σε ακυρωτικό δικαστικό έλεγχο, προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση των διαδικαστικών και ουσιαστικών κανόνων που τη διέπουν. Αυτό σημαίνει ότι η παράλειψη ή η πλημμελής διεξαγωγή της δεν είναι απλώς πολιτικά ελέγξιμη, αλλά μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής κρίσης.
Υπό το πρίσμα αυτό, η πρακτική της δημοτικής αρχής να μεταθέτει τη λογοδοσία στο μέλλον, ή να μιλά μέσα από ΜΜΕ όποτε αυτή θέλει και υπό την προϋπόθεση ολοκλήρωσης έργων, συνιστά ευθεία παραβίαση του θεσμικού πλαισίου. Η λογοδοσία δεν εξαρτάται από το αν η διοίκηση θεωρεί ότι έχει να επιδείξει «επιτυχίες». Αντιθέτως, ο σκοπός της λογοδοσίας είναι ακριβώς να ελέγξει την πορεία της διοίκησης ανεξαρτήτως αποτελέσματος, να αναδείξει τυχόν αστοχίες, καθυστερήσεις ή παραλείψεις και να επιτρέψει στους πολίτες να διαμορφώσουν πλήρη και αντικειμενική άποψη.
Η επιλογή της σιωπής, επομένως, δεν είναι ουδέτερη. Όταν διανύεται ήδη ο τρίτος χρόνος διοίκησης και η προβλεπόμενη ετήσια λογοδοσία δεν έχει πραγματοποιηθεί όπως ορίζει ο νόμος, δεν πρόκειται για απλή καθυστέρηση. Πρόκειται για συστηματική αποφυγή μιας θεσμικής υποχρέωσης, η οποία αποστερεί από τους πολίτες το δικαίωμα συμμετοχής, αποκλείει τους φορείς από τον διάλογο και υπονομεύει τη διαφάνεια στη διαχείριση των δημοτικών υποθέσεων.
Η δημοκρατία στην τοπική αυτοδιοίκηση δεν εξαντλείται στην εκλογή των αρχών. Συνεχίζεται και ολοκληρώνεται μέσα από τη συνεχή λογοδοσία τους. Και αυτή, όπως ρητώς επισημαίνει το Συμβούλιο της Επικρατείας, δεν είναι θέμα πολιτικής επιλογής, αλλά νομική υποχρέωση με συγκεκριμένο περιεχόμενο και συνέπειες. Η μετατροπή της σε εργαλείο επικοινωνίας, που ενεργοποιείται μόνο όταν υπάρχουν έργα προς επίδειξη, αλλοιώνει τον χαρακτήρα της και ακυρώνει τον ίδιο τον σκοπό της.
Εν τέλει, το ερώτημα που τίθεται δεν είναι αν η δημοτική αρχή έχει έργα να παρουσιάσει. Το ερώτημα είναι αν σέβεται τον νόμο και τους θεσμούς που τη δεσμεύουν. Διότι η λογοδοσία δεν είναι επιβράβευση των επιτυχιών. Είναι έλεγχος της εξουσίας. Και χωρίς αυτόν, καμία διοίκηση δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά δημοκρατική.
Με εκτίμηση
Γιώργος Τσιρώνης
Αντιπρόεδρος Δημοτικού Συμβουλίου Αμυνταίου






















