Παμμακεδονικές κι αντιπαλότητες
Ο κ. Γιάννης Χριστάκης έχει κάθε δικαίωμα να υποστηρίζει τη Συμφωνία των Πρεσπών, να θεωρεί ότι υπήρξε αναγκαίος συμβιβασμός ή ακόμη και να πιστεύει ότι η Ελλάδα αποκόμισε σημαντικά οφέλη από αυτήν. Εκείνο που δυσκολεύομαι να κατανοήσω είναι ο αλαζονικός και απαξιωτικός τόνος με τον οποίο αντιμετωπίζει Έλληνες της διασποράς που βιώνουν το Μακεδονικό μέσα σε συνθήκες εντελώς διαφορετικές από τις δικές του.
Από τη Φλώρινα, τα Σκόπια βρίσκεται στην άλλη πλευρά ενός συνόρου. Στη Μελβούρνη, οι δύο κοινότητες ζουν στην ίδια πόλη, απευθύνονται στους ίδιους πολιτικούς, συμμετέχουν στους ίδιους θεσμούς και διεκδικούν την αναγνώριση της αυστραλιανής κοινωνίας. Αυτή η ουσιώδης διαφορά απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά από το κείμενο του κ. Χριστάκη.
Οι Έλληνες της Αυστραλίας έχουν ζήσει επί δεκαετίες τις συνέπειες αυτής της αντιπαράθεσης στην καθημερινότητά τους. Έχουν αντιμετωπίσει αλυτρωτικά σύμβολα, συνθήματα, την καύση ελληνικών σημαιών, προσβλητικές εκδηλώσεις και επανειλημμένες προσπάθειες να παρουσιαστεί ως αυτονόητη στην αυστραλιανή δημόσια ζωή μια συγκεκριμένη εκδοχή της μακεδονικής ταυτότητας και ιστορίας. Ακόμη και πρόσφατα, σε ποδοσφαιρικό αγώνα, αναρτήθηκε χυδαίο πανό που προσέβαλλε συλλογικά τις Ελληνίδες. Αυτά δεν αποτελούν θεωρητικές διαφωνίες ιστοριογραφίας. Δημιουργούν πραγματικές εντάσεις μέσα σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αγγίζουν τα όρια της εθνοτικής προσβολής και του μίσους.
Υπάρχει επίσης μια πραγματικότητα που συχνά διαφεύγει από τη συζήτηση στην Ελλάδα. Η Συμφωνία των Πρεσπών ρυθμίζει τις σχέσεις δύο κρατών και επιβάλλει συγκεκριμένες υποχρεώσεις στα συμβαλλόμενα μέρη. Η καθημερινή πολιτική της ταυτότητας στην Αυστραλία λειτουργεί μέσα σε διαφορετικό νομικό και πολιτικό πλαίσιο. Ένας Αυστραλός πολίτης καταγόμενος από τη Δημοκρατία των Σκοπίων μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται, να οργανώνεται και να ασκεί πολιτική πίεση σύμφωνα με τις ελευθερίες που του παρέχει η Αυστραλία. Η Αθήνα δεν μπορεί απλώς να επικαλεστεί τη Συμφωνία των Πρεσπών και να θεωρήσει ότι το ζήτημα έχει λήξει και στη Μελβούρνη, στο Τορόντο ή στη Νέα Υόρκη.
Εδώ βρίσκεται και το βασικό σφάλμα της προτροπής του κ. Χριστάκη προς τις Παμμακεδονικές Οργανώσεις «να πάψουν από δω και μπρος να ασχολούνται με την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας». Οι οργανώσεις της διασποράς δεν ασχολούνται αποκλειστικά με την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας. Ασχολούνται με την πολιτική πραγματικότητα των χωρών στις οποίες ζουν. Όταν ένας Αυστραλός βουλευτής χρησιμοποιεί έναν συγκεκριμένο όρο, όταν ένας δημόσιος φορέας υιοθετεί μια συγκεκριμένη ονομασία, όταν ιστορικοί ισχυρισμοί επαναλαμβάνονται σε δημόσιες εκδηλώσεις ή όταν αλυτρωτικά σύμβολα εμφανίζονται στον δημόσιο χώρο, το ζήτημα αφορά άμεσα Έλληνες πολίτες της Αυστραλίας. Έχουν κάθε δημοκρατικό δικαίωμα να συμμετέχουν στη συζήτηση που διεξάγεται μέσα στη δική τους χώρα.
Ακριβώς γι’ αυτό, η Ελλάδα έχει και η ίδια πράγματα να μάθει από τις ελληνικές παροικίες της Αυστραλίας, του Καναδά, των Ηνωμένων Πολιτειών και αλλού. Η Αθήνα συχνά αντιμετωπίζει τη διασπορά ως ακροατήριο στο οποίο ανακοινώνει τις αποφάσεις της, ενώ οι απόδημοι Έλληνες διαθέτουν εμπειρίες που θα έπρεπε να αποτελούν πηγή πληροφόρησης για την ελληνική εξωτερική και πολιτιστική πολιτική. Γνωρίζουν πώς διεξάγεται αυτή η αντιπαράθεση έξω από τα Βαλκάνια, ποια επιχειρήματα αποκτούν απήχηση και πώς διαμορφώνονται οι αντιλήψεις πολιτικών, δημοσιογράφων και θεσμών.
Μάλιστα, το υστερόγραφο του ίδιου του κ. Χριστάκη υπονομεύει άθελά του την επιχειρηματολογία του. Διηγείται περιπαικτικά ότι αξιωματούχος στο Τορόντο βρέθηκε σε ελληνική μακεδονική εκδήλωση και, πιστεύοντας ότι βρίσκεται σε εκδήλωση της άλλης κοινότητας, ευχήθηκε «μια αυτόνομη και ελεύθερη Μακεδονία». Εάν το περιστατικό συνέβη όπως το περιγράφει, το συμπέρασμα είναι πολύ σοβαρότερο από εκείνο που εξάγει ο ίδιος. Ένας δημόσιος αξιωματούχος δεν μπορούσε καν να διακρίνει τις δύο εντελώς διαφορετικές ιστορικές και πολιτικές αντιλήψεις που βρίσκονταν μπροστά του. Αυτό ακριβώς δείχνει πόσο απαραίτητη παραμένει η σοβαρή ελληνική παρουσία στον δημόσιο διάλογο των χωρών της διασποράς.
Ούτε υπάρχει η αντίφαση που ο κ. Χριστάκης θεωρεί τόσο αυτονόητη όταν οι Παμμακεδονικές Οργανώσεις απορρίπτουν τη Συμφωνία των Πρεσπών και συγχρόνως καταγγέλλουν παραβιάσεις της. Κάποιος μπορεί απολύτως συνεκτικά να θεωρεί μια διεθνή συμφωνία επιζήμια και, εφόσον αυτή βρίσκεται σε ισχύ, να απαιτεί την πλήρη εφαρμογή της από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η θέση είναι απλή: «Διαφωνήσαμε με τη συμφωνία, όμως όσο δεσμεύει την Ελλάδα, απαιτούμε να δεσμεύει εξίσου και την άλλη πλευρά». Αυτό αποτελεί στοιχειώδη απαίτηση αμοιβαιότητας.
Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη διάσταση που αξίζει μεγαλύτερο σεβασμό. Ο Έλληνας της Ελλάδας γεννιέται μέσα σε ένα κράτος όπου η γλώσσα του, τα σύμβολά του, η ιστορική του μνήμη και η πολιτιστική του ταυτότητα υποστηρίζονται από ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό. Ο Έλληνας της Αυστραλίας πρέπει να τα μεταδώσει μόνος του στα παιδιά του. Δημιουργεί σχολεία, συλλόγους, κοινότητες, πολιτιστικούς οργανισμούς και εκδηλώσεις, αγωνίζεται για τη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και συγχρόνως συμμετέχει ως ισότιμος πολίτης στην κοινωνία της χώρας όπου γεννήθηκε ή εγκαταστάθηκε. Όταν αισθάνεται ότι η ιστορία και η ταυτότητά του παραποιούνται στον δημόσιο χώρο, δεν διαθέτει πίσω του ένα υπουργείο, μια διπλωματική υπηρεσία ή έναν κρατικό μηχανισμό δημοσίων σχέσεων αντίστοιχο προς εκείνον που υπάρχει στην Ελλάδα.
Και πολύ συχνά καλείται να κάνει μόνος του ακριβώς εκείνη τη δουλειά δημόσιας διπλωματίας που θα περίμενε κανείς να ασκείται συστηματικότερα από το ελληνικό κράτος. Όποιος γνωρίζει την αυστραλιανή πραγματικότητα γνωρίζει επίσης πόσο συχνά ελληνικές οργανώσεις πρέπει να ενημερώνουν πολιτικούς, δημοσιογράφους και θεσμούς για ζητήματα ελληνικού ενδιαφέροντος με περιορισμένη ουσιαστική υποστήριξη από την Αθήνα. Η εύκολη συμβουλή «σταματήστε να ασχολείστε» ακούγεται πολύ διαφορετικά όταν απευθύνεται σε ανθρώπους που γνωρίζουν ότι, εάν πράγματι σταματήσουν, ο δημόσιος χώρος θα παραμείνει ελεύθερος σε όσους συνεχίζουν να προβάλλουν αδιάκοπα τη δική τους αφήγηση.
Αυτό είναι ίσως το σημείο που χρειάζεται περισσότερο να κατανοήσει ο κ. Χριστάκης. Η Ελλάδα αποτελεί το εθνικό κέντρο του ελληνισμού, όμως ο ελληνικός κόσμος είναι ευρύτερος από τα σύνορα του ελληνικού κράτους. Υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι ελληνικής καταγωγής που ζουν μέσα σε άλλες κοινωνίες, ανατρέφουν τα παιδιά τους ως Έλληνες και αντιμετωπίζουν ζητήματα ταυτότητας με τρόπους που ένας κάτοικος της Ελλάδας μπορεί εύλογα να μην έχει βιώσει ποτέ.
Γι’ αυτό θα ήταν περισσότερο χρήσιμο, αντί να αποκαλεί αυτούς τους ανθρώπους «γραφικούς», «υπερπατριώτες» και «παμμακεδονομάχους», να τους ακούσει. Να ρωτήσει τι συμβαίνει στην Αυστραλία, στον Καναδά και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Να εξετάσει γιατί, οκτώ χρόνια μετά τις Πρέσπες, εξακολουθούν να θεωρούν ότι υπάρχει πρόβλημα. Και κυρίως να αναρωτηθεί πώς η Ελλάδα και η διασπορά μπορούν να συνεργαστούν ώστε η ελληνική ιστορική θέση να παρουσιάζεται στο εξωτερικό με σοβαρότητα, τεκμηρίωση και αποτελεσματικότητα.
Γιατί έξω από την Ελλάδα η μάχη των ιδεών συνεχίζεται ανεξάρτητα από το αν εμείς αποφασίσουμε ότι το ζήτημα μπήκε στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας». Και όταν η μία πλευρά εγκαταλείπει τον δημόσιο διάλογο επειδή θεωρεί ότι η υπόθεση έχει λήξει, ενώ η άλλη εξακολουθεί να οργανώνεται, να πιέζει πολιτικούς και να προβάλλει συστηματικά τη δική της εκδοχή της ιστορίας, το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο. Στην Αυστραλία βλέπουμε ήδη τις συνέπειές του.
Αν λοιπόν ο κ. Χριστάκης επιθυμεί πραγματικά να συμβάλει στην υπέρβαση της παλιάς έχθρας, η αφετηρία θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Ας αφήσει κατά μέρος την περιφρόνηση προς τους Έλληνες της διασποράς και ας τους ρωτήσει τι πραγματικά αντιμετωπίζουν. Ίσως τότε διαπιστώσει ότι οι Παμμακεδονικές Οργανώσεις δεν ήρθαν στη Φλώρινα απλώς για να διδάξουν στους κατοίκους της πώς να σκέφτονται. Έφεραν μαζί τους την εμπειρία ενός άλλου μετώπου του ίδιου ζητήματος, ενός κόσμου χωρίς τα σύνορα που χωρίζουν τη Φλώρινα από τη Βόρεια χώρα από την Μακεδονία μας.
Και σε αυτόν τον κόσμο, η Ελλάδα έχει ακόμη πολλά να μάθει.
Με εκτίμηση
Γιάννης Παπαδημητρίου
κάτοικος Μελβούρνης με καταγωγή από Φλώρινα























